Τετάρτη, 28 Φεβρουαρίου 2018

Η ΚΑΤΕΡΓΑΡΙΑ ΤΟΥ ΜΑΡΤΗ


Στα πολύ παλιά χρόνια ο Μάρτης ήταν ο πρώτος μήνας του έτους. Μια κατεργαριά όμως που έκαμε σε βάρος των άλλων μηνών που ήταν τα αδέλφια του στάθηκε αιτία για να του πάρει την πρωτοκαθεδρία ο Γενάρης.
«Μια φορά κι έναν καιρό αποφασίσανε οι δώδεκα μήνες να φτιάξουνε κρασί σε ένα βαρέλι ώστε να μπορούν να πίνουν όποτε τους ερχόταν η όρεξη.
Έτσι λοιπόν είπε ο Μάρτης:
– Εγώ θα ρίξω πρώτος μούστο στο βαρέλι για να γίνει κρασί και ύστερα ρίχνετε κι εσείς.
– Καλά, ρίξε εσύ πρώτος του είπαν οι άλλοι.
Έτσι και έγινε. Έριξε πρώτα εκείνος στο βαρέλι το μούστο και ύστερα ακολούθησαν και οι άλλοι μήνες.
Όταν λοιπόν ζυμώθηκε ο μούστος και έγινε το κρασί, είπε πάλι ο Μάρτης.
– Εγώ που έριξα πρώτος το μούστο, πρώτος θ’ αρχίσω και να πίνω.
– Βέβαια, είπαν οι άλλοι, έτσι είναι το σωστό.
Έτσι λοιπόν τρύπησε το βαρέλι στο κάτω μέρος, και άρχισε να πίνει, ως που ήπιε όλο το κρασί και δεν άφησε ούτε στάλα. Κατόπιν ήρθε η σειρά του Απρίλη να πάει να πιεί κρασί. Πηγαίνει και το βρίσκει άδειο. Θυμώνει, το λέει στους άλλους. Τ’ ακούνε εκείνοι, θυμώνουνε και σκέπτονται τι να κάνουν. Συμφωνούν όλοι λοιπόν να τον τιμωρήσει ο Γενάρης που ήταν και ο μεγαλύτερος αδελφός. Τον πιάνει λοιπόν ο Γενάρης και του τραβάει ένα γερό χέρι ξύλο. Του αφαιρεί και το πρωτείο που είχε, να αρχίζει δηλαδή το έτος κάθε Μάρτη, και έτσι έγινε να αρχίζει το έτος από το Γενάρη.
Από τότε, όταν ο Μάρτης θυμάται το παιχνίδι που έκανε στα αδέλφια του και τους ήπιε όλο το κρασί, γελάει και ο καιρός ξαστερώνει. Όταν πάλι θυμάται το ξύλο που έφαγε κλαίει και βρέχει».
Η παράδοση, που με μικρές παραλλαγές τη συναντάμε και αλλού είναι αιτιολογική και σκοπεύει στην εξήγηση της ακασταστασίας του καιρού που συνήθως χαρακτηρίζει τον Μάρτη.

ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΜΑΡΤΗ


Ο Μάρτης είναι ο τρίτος κατά σειρά μήνας του χρόνου κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο και έχει 31 ημέρες. Πήρε το όνομά του από το Ρωμαίο θεό του πολέμου Mars δηλ. τον Άρη. Όπως λέει η ρωμαϊκή ιστορία οι ιδρυτές της Ρώμης, Ρώμος και Ρωμύλος, ονόμασαν αυτόν τον πρώτο μήνα Μάρτιο, προς τιμή του πατέρα τους και γενάρχη των Ρωμαίων του θεού Άρη. Για τούτο και κατά τον Πλούταρχο αναφέρεται πως ο Μάρτιος απεικονίζεται ως άνδρας ενδεδυμένος με δέρμα λύκαινας. Επίσης τον πρώτο μήνα της άνοιξης οι Ρωμαίοι άρχιζαν τις πολεμικές επιχειρήσεις.
Κατά τους χρόνους όμως της «ελεύθερης ρωμαϊκής πολιτείας» ο μήνας αυτός ήταν αφιερωμένος στον θεό Ερμή. Αργότερα μετακινήθηκε σαν τρίτος μήνας και ο πρώτος προς τιμή του ειρηνικού θεού Ιανού.
Η αντιστοιχία του Μαρτίου με το αρχαίο αττικό ημερολόγιο είναι κατά το πρώτο 15νθήμερο με τον 8ο μήνα τον Ανθεστηριώνα, κατά δε το 2ο 15νθήμερο με τον 9ο τον Ελαφηβολιώνα (Μήνας των ελαφοκυνηγών).
Ελληνικές λαϊκές ονομασίες του μήνα Μάρτη
Ο Μάρτης λέγεται:
· Βλάσταρος και Ανοιξιάτης, γιατί είναι ο μήνας που φέρνει την άνοιξη. Στις 21 Μαρτίου έχουμε την εαρινή ισημερία, δηλαδή ίση διάρκεια της ημέρας και της νύχτας.
· Ο άστατος καιρός είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα του Μάρτη, του Γδάρτη και Παλουκοκαύτη, όπως έλεγαν το Μάρτιο τα παλιά χρόνια , που τα σπίτια ζεσταίνονταν με τζάκια και ξυλόσομπες.
· Τον λέγανε και Δίγαμο: «Ο Μάρτης έχει δύο γυναίκες, τη μία πολύ όμορφη και φτωχή, την άλλη πολύ άσχημη και πολύ πλούσια. Ο Μάρτης κοιμάται στη μέση. Όταν γυρίζει από την άσχημη, κατσουφιάζει, μαυρίζει και σκοτεινιάζει όλος ο κόσμος. Όταν γυρίζει από την όμορφη, γελάει, χαίρεται και λάμπει όλος ο κόσμος». Γι’ αυτό και η παροιμία λέει: «Ο Μάρτης πότε κλαίει και πότε γελάει».
· Επειδή είναι άστατος λέγεται πεντάγνωμος. «Ο Μάρτης ώρα βρέχει και χιονίζει κι ώρα μαρτολουλουδίζει».
· Με όλα αυτά ο Μάρτης είναι περισσότερο ανοιξιάτικος παρά χειμωνιάτικος μήνας για αυτό λέγεται και ανοιξιάτης. Ζευγαρωμένος με τον διάδοχο του, τον Απρίλη, ως Μαρτάπριλο ή Απριλομάρτη, μας φέρνουν τα λουλούδια και τα στάχυα «Ο Μάρτης με τα λούλουδα και ο Απρίλης με τα στάχυα».
Τότε βγαίνουν τα μαρτολούλουδα ή μαρτιλάκια, μαρτοπούλια ή μαρτακούδια.
Ο Μάρτης έχει τα πρωτεία της άνοιξης αφού από τις εννέα του Μαρτίου τα φίδια ξεναρκώνονται για να χαρούν τη φύση.
· Επίσης ονομάζεται Βαγγελιώτης λόγω της γιορτής του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου.
· Η λαϊκή φαντασία του έδωσε ένα σωρό παρατσούκλια, όπως κλαψομάρτης, πενταγιόματος και άλλα δηλωτικά της φυσιογνωμίας του, που έχουν σχέση με ιδιότητες ή πράξεις που του αποδίδονται.
Στην ορεινή Πελοπόννησο το Μάρτη τον λένε πεντεγιόματο.
Το παρωνύμιο γίνεται από το πέντε και «γιόμα» που σημαίνει γεύμα. Ίσως επειδή η ημέρα του Μάρτη μεγαλώνει πολύ και οι ξωμάχοι που παλιά δούλευαν από τα χαράματα μέχρι το σούρουπο, ήθελαν να τρώνε πέντε φορές την ημέρα.

ΜΑΡΤΙΟΣ - ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ

 Ο Μάρτης χείλη έσκασε, στον ήλιο να γελάσει
είπε θ' αργήσει, μα θα' ρθεί ο κόσμος να χαλάσει.
Θα βάλει τ' Ανοιξιάτικα να ομορφύνει η πλάση,
στα μπλε και στα κατάλευκα θα βγει να παρελάσει. 
ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ & ΚΑΛΗ ΑΝΟΙΞΗ

«Μάρτης» ή «Μαρτιά» ένα παμπάλαιο έθιμο, γνωστό σε όλα τα Βαλκάνια.


Πολλοί οι μύθοι και οι δοξασίες σχετικές με το ασπροκόκκινο στολίδι.
Στην Ελλάδα πιστεύεται ότι έχει τις ρίζες του στην Αρχαία Ελλάδα, και συγκεκριμένα στα Ελευσίνια Μυστήρια. Οι μύστες των Ελευσίνιων Μυστηρίων έδεναν μια κλωστή, την «Κρόκη», στο δεξί τους χέρι και το αριστερό τους πόδι.

Στη Ρουμανία ονομάζεται «Μαρτιζόρ». Η κόκκινη κλωστή συμβολίζει την αγάπη για το ωραίο και η άσπρη την αγνότητα του φυτού «χιονόφιλος», που ανθίζει τον Μάρτιο και είναι στενά συνδεδεμένο με αρκετά έθιμα και παραδόσεις της Ρουμανίας. Σύμφωνα με την μυθολογία, ο Θεός – Ήλιος μεταμορφώθηκε σε νεαρό άνδρα και κατέβηκε στη Γη για να πάρει μέρος σε μια γιορτή. Τον απήγαγε, όμως, ένας δράκος, με αποτέλεσμα να χαθεί και να βυθιστεί ο κόσμος στο σκοτάδι. Μια ημέρα ένας νεαρός, μαζί με τους συντρόφους του σκότωσε τον δράκο και απελευθέρωσε τον Ήλιο, φέροντας την άνοιξη. Ο νεαρός έχασε τη ζωή του και το αίμα του -λέει ο μύθος- έβαψε κόκκινο το χιόνι. Από τότε, συνηθίζεται την 1η του Μάρτη όλοι οι νεαροί να πλέκουν το «Μαρτισόρ», με κόκκινη κλωστή που συμβολίζει το αίμα του νεαρού άνδρα και την αγάπη προς τη θυσία και άσπρη που συμβολίζει την αγνότητα.
Το έθιμο του Μάρτη γιορτάζεται ίδιο και απαράλλαχτο στα Σκόπια με την ονομασία «Μάρτινκα» και στην Αλβανία ως «Βερόρε».
Οι κάτοικοι των δυο γειτονικών μας χωρών φορούν βραχιόλια από κόκκινη και άσπρη κλωστή για να μην τους «πιάσει» ο ήλιος, τα οποία και βγάζουν στα τέλη του μήνα ή όταν δουν το πρώτο χελιδόνι. Άλλοι πάλι,  δένουν τον «Μάρτη» σε κάποιο καρποφόρο δέντρο, ώστε να του χαρίσουν ανθοφορία, ενώ μερικοί τον τοποθετούν κάτω από μια πέτρα κι αν την επόμενη ημέρα βρουν δίπλα της ένα σκουλήκι, σημαίνει ότι η υπόλοιπη χρονιά θα είναι πολύ καλή.
Τηρώντας παραδόσεις και έθιμα αιώνων, οι Βούλγαροι, την πρώτη ημέρα του Μάρτη, φορούν στο πέτο τους στολίδια φτιαγμένα από άσπρες και κόκκινες κλωστές που αποκαλούνται «Μαρτενίτσα». Σε ορισμένες περιοχές της Βουλγαρίας, οι κάτοικοι τοποθετούν έξω από τα σπίτια τους ένα κομμάτι κόκκινου υφάσματος για να μην τους «κάψει η γιαγιά Μάρτα» (Μπάμπα Μάρτα, στα βουλγαρικά), που είναι η θηλυκή προσωποποίηση του μήνα Μάρτη.
Σχεδόν σε όλες τις χώρες που διατηρούν αυτό το έθιμο ,το βραχιολάκι αυτό το βγάζουν στο τέλος του μήνα, ή το αφήνουν πάνω στις τριανταφυλλιές όταν δουν το πρώτο χελιδόνι, για να τον πάρουν τα πουλιά και να χτίσουν τη φωλιά τους.

ΧΕΛΙΔΟΝΙΣΜΑΤΑ ΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΜΑΡΤΗ





Στα περισσότερα μέρη της Ελλάδας από τα αρχαία χρόνια, ενήλικες και παιδιά αμέσως μετά την περίοδο της Αποκριάς, την 1η ή την 21η Μαρτίου (εαρινή ισημερία), βγαίναν με μεγάλη χαρά να «φωνάξουν» ότι ήρθε η Άνοιξη, έφυγε ο κρύος και άκαρπος Χειμώνας! Η φύση, άρα η ζωή θα αναγεννηθεί.
Και πώς το «φωνάζανε;»...   Τραγουδώντας κάλαντα!

Είναι ένα έθιμο που έχει τις ρίζες του στα αρχαία χρόνια και δυστυχώς έχει αρχίσει να χάνεται. Μέχρι και σήμερα βέβαια, οι μητέρες δένουν στα χέρια των παιδιών τους ένα χρωματιστό βραχιολάκι από κλωστές, για να μην «κάψει» τα παιδιά τους ο ήλιος της Άνοιξης. Το βραχιολάκι αυτό το φοράνε μέχρι την Ανάσταση ή μέχρι να δουν τα πρώτα χελιδόνια... Τότε το «πετάμε» στα κεραμίδια του σπιτιού μας ή το αφήνουμε σε μια τριανταφυλιά για να μπορεί από εκεί να το πάρει το χελιδόνι για να χτίσει τη φωλιά του. 

Τα χελιδονίσματα λέγονταν την 1η ή την 21η Μαρτίου (που είναι η εαρινή ισημερία), κρατώντας στα χέρια τους μια χελιδόνα. Μια κατασκευή με ένα ομοίωμα χελιδονιού που περιστρέφεται στην κορυφή, στολισμένη με φύλλα κισσού, κουδουνάκια ή πολύχρωμα χαρτιά.  

Το άπιαστο Πρo-πο - Βασίλης Καραβίτης

Ωραία λοιπόν.
Ας συνεχίσουμε κι απόψε την κουβέντα μας.
Για πόλεις που θα βρούνε το νέο σφυγμό τους
γι' ανθρώπους που θα φέρουνε νεόκοπους προορισμούς
για νέους κώδικες επαφής που θα εφεύρει το σώμα
για λέξεις παρθένες που θ' αχρηστέψουν τη μόνωση
για σιωπές ακόμα εύφορες που θα συντηρήσουν το πάθος
γι' άγνωστες, νέες συγκινήσεις που περιμένουνε πιστούς
για νέα ρίγη που ζητάνε επιδερμίδες
για νέα σχήματα που θ' απορροφήσουν τις μοναξιές
για νέα συνθήματα που θα στρατολογήσουν οπαδούς
για νέες ευαισθησίες, νέες αισθήσεις, νέες διαστάσεις
για παιδιά χωρίς τους μύθους των μεγάλων
για σπίτια χωρίς δωμάτια υπηρεσίας
για ένα νέο κόσμο χωρίς τα σύνορα που ξέρουμε.

Κουβέντα ας γίνεται όσο θέλετε.
Εγώ το ξέρω προ πολλού:
αυτό το δεκατριάρι δεν πιάνεται με τίποτα.

Τρίτη, 27 Φεβρουαρίου 2018

Mια σχέση που δεν ξεριζώνεται

H αγάπη και το μίσος χαρακτηρίζουν τις αδελφικές σχέσεις; Aπό πού προέρχονται αυτά τα συναισθήματα; Eίναι φυσιολογική η ζήλια και ο ανταγωνισμός μεταξύ τους; Tι συμβαίνει όταν τα αδέλφια μεγαλώνουν;

Δεν σε κατάλαβα



Δεν σε κατάλαβα Θεέ...
Για πες μου πάλι
Να σ' ευχαριστήσω πάλι μου ζητάς
Ή να σε συγχωρέσω...

Κωστής Παλαμάς.


Η Μεγαλοσύνη των λαών δεν μετριέται με το στρέμμα. Με της καρδιάς το πύρωμα μετριέται και με το αίμα.
Κ.Παλαμάς
Σαν σήμερα 27 Φεβρουαρίου έφυγε από τη ζωή ο εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς.
Ιωάννα Τσάτσου
«Χτες βράδυ μία είδηση ακατανόητη μας ήρθε. Μία είδηση ασύλληπτη. Ο Γέρο-Παλαμάς πέθανε. Είχαμε ξεχάσει πως ήταν θνητός», γράφει στο προσωπικό της ημερολόγιο η Ιωάννα Τσάτσου.
Μενέλαος Λουντέμης "Ο εξάγγελος"
( Του Δημήτρη Δαμασκηνού* "Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας...Λογοτεχνικό αφιέρωμα στον Μενέλαο Λουντέμη)
(Το απόσπασμα που ακολουθεί, είναι από το βιβλίο του Μενέλαου Λουντέμη 'Ο Εξάγγελος', που μιλά ο συγγραφέας για τον Αγγελο Σικελιανό. Περιγράφει πώς έζησαν εκείνη τη μέρα οι ίδιοι.Στον πρώτο διάλογο, μιλά ο Σικελιανός με το Λουντέμη - η Αννούλα, είναι η γυναίκα του Σικελιανού, και η Ναυσικά η κόρη του Παλαμά).
Ηχήστε οι σάλπιγγες..!
 -Πεθαίνει ο Παλαμάς. Ναι... μου το μήνυσε η Ναυσικά κι αρρώστησα. Εστειλα την Αννούλα να του πει ότι είμαι άρρωστος. Κείνος πεθαίνει. Γι’ αυτό δεν μπορώ να τον ιδώ. Δεν μπορώ να δω άνθρωπο να πεθαίνει, χωρίς να είναι άρρωστος. Είναι αβάσταχτο. Κάνει πιο πικρόν ένα θάνατο, που είναι δα κι από μόνος του αρκετά πικρός. Τι να ’κανα; (…)
Ηθελα κι εγώ να δω τον Παλαμά πολύ, ως τότε μόνο στις φωτογραφίες τον έβλεπα. Τον είδα μια φορά στην Ακαδημία. Αλλά ήταν τόσο μεγάλη η απόσταση που... νόμισα πως ξαναείδα τη φωτογραφία του.
Ο Κωστής Παλαμάς ήταν ένας αινιγματικός μελλοθάνατος. Τα τελευταία δέκα χρόνια τα περνούσε (όχι καθισμένος) αλλά αποθεμένος στην πολυθρόνα του. Ετσι -εκτός από έναν πολύ στενό κύκλο- για όλους μας ήταν, περίπου, νεκρός. Ενας μεγάλος ποιητής, που πέθαινε. Μα, με τόσο αργό ρυθμό, που νόμιζες πως δεν θα πεθάνει ποτέ. (…)
Η Αννούλα όμως αργεί. Λες να τ ε λ ε ί ω σ ε; Αλλά... τι λέω; Τελειώνουν ποτές αυτές οι ζωές; Οχι. Σταματούν.
Σταμάτησε για λίγο κι ο ίδιος, μπορεί για να αφουγκραστεί. (...)
Φύγαμε από κει. Κρυώναμε. Ο Παλαμάς είχε ξεψυχήσει πριν από μια ώρα. Χωρίσαμε σ’ ένα σταυροδρόμι. Πονούσαν οι κροτάφοι μου. Είχα, ως φαίνεται, κρυολογήσει. Μα δεν έπεσα στο κρεβάτι. Κλήρος βαρύς έπεφτε στους ώμους μας. Να πάρουμε στα χέρια μας την υπόθεση της ταφής. Σμίξαμε πρωί-πρωί όλοι στο βιβλιοπωλείο του "Αετού". Μας προσδέχτηκε ισκιωμένος ο Κίμων Θεοδωρόπουλος με τον Χρυσ. Γανιάρη. Είχαν κι οι δυο μαύρο περιβραχιόνιο. (...)
Τότε εμφανίζεται ο γιος του Παλαμά:
- Κύριοι!!.. είπε στυφά. Σας παρακαλώ. Σεβαστείτε το πένθος μας! Τι θέλετε, επιτέλους, απ’ το νεκρό μας; Αφήστε τον ήσυχο!... Θα τον ενταφιάσει η οικογένειά του, σεμνά, οικογενειακά (ήθελε να πει "μυστικά").
Αφρισα.
- Ποια οικογένειά του; του λέω. Φαίνεται, κύριε, πως δεν ξέρετε π ο ι ό ν είχατε πατέρα! Οικογένειά του είναι όλη η Ελλάδα. Μόνος του την απόκτησε. Και κανένας ανάξιος γιος δεν μπορεί να του την αφαιρέσει.
Ηταν μέτριος σ’ όλα. Στην ποίηση, στη ζωγραφική, στη λογιστική. Σήμερα αποδειχνότανε μέτριος και στα αισθήματα.
- Ξεκινάτε από 'αλλότριους' σκοπούς... είπε με σφιγμένα τα δόντια. Δεν θα σας αφήσω να κάνετε τον πατέρα μου ύποπτο φλάμπουρο.
- Φλάμπουρο είναι! Και προς τιμήν του. Και προς τιμήν σου. Αν είσαι μικρός γι’ αυτήν την τιμή, παραμέρα!... Κλείσου στο σπίτι σου. Θα περάσει ο Λαός και θα σε παρασύρει. Κρύψου! Τ’ άλλα είναι δική μας υπόθεση.
Ετσι νομίζαμε. Ότι ήταν δική μας μόνο υπόθεση, του πνευματικού μόνο κόσμου. Μα πίσω μας ήταν σύγκορμος ο Λαός. Ούτε υποπτευόμασταν, ως τότε, τι γινόταν πίσω απ’ το οικογενειακό πένθος των λογοτεχνών. Η Αθήνα είχε όλη ντυθεί στο πένθος κι ετοιμαζόταν να ξεπροβοδίσει το μεγάλο της πατέρα. Πώς το ’μαθαν; Ποια μυστική καμπάνα έκραξε μες τα μεσάνυχτα; Ποιος ειδοποίησε τις μυριάδες των πολιτών της πανάρχαιας πόλης ότι έφτασε η ώρα της πρώτης μάχης;
Σαν είδαμε το πρωί τα πλήθη, μείναμε άφωνοι. Πλήθη αμέτρητα, άπειρα, ανόμοια... Ο Λ α ό ς! Φορτώθηκε το αγέρωχο πένθος του, όπως ταίριαζε για ένα τέτοιο νεκρό, σε μια τέτοια ώρα, σε μια τέτοια πόλη.
Είναι αδύνατο -και τώρα- να περιγράψω αυτή τη θανή. Μου λύνονται οι αρμοί. Στην εξέδρα, δίπλα στο φέρετρο, σε μια στιγμή
-σα χρησμός- ο Σικελιανός! Η φωνή του θαρρετή, σαν την "κόψη του σπαθιού την τρομερή", έσκισε την πένθιμη σιωπή:
Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα!
Ρίγη προφητικά μας διαπέρασαν όλους.
Οι τόνοι της φωνής του ξεχύθηκαν εξαγγελτικοί ως κάτω στην Πόλη, εισέβαλαν απ’ τα Προπύλαια κι ανέβηκαν στην Ακρόπολη! Κι εκεί...
Το ποίημα δεν είχε ακόμα τελειώσει. Οι τόνοι του μόλις είχαν αρχίσει να σβήνουν... Και τότε, με τα χείλη του Λαού, απάντησε -από απόσταση ενός αιώνα- σε τούτον τον Έ λ λ η ν α Ποιητή, ένας άλλος Ε λ λ η ν α ς Ποιητής:
Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή
Σε γνωρίζω από την όψη
που με βιά μετράει τη γη...
Είχαμε ασυναίσθητα γονατίσει Και ψέλναμε Μεγαλόφωνα. Τον Υμνο μας, της αστρομέτωπης Λ ε υ τ ε ρ ι ά ς!

Δευτέρα, 26 Φεβρουαρίου 2018

Ανθρωποι και Ποντίκια

Χώρες όπως η Συρία, το Ιράκ, το Αφγανιστάν, καθώς και με διαφορετικό τρόπο χώρες όπως η Ελλάδα και η Ισπανία, είναι «Δωμάτια Ηλεκτροσόκ».

Ο καλύτερος τρόπος για να επιβιώσεις και να μειώσεις το άγχος είναι να καταφύγεις σε άλλο «δωμάτιο».

Τα πειραματόζωα-άνθρωποι που μένουν στο αρχικό δωμάτιο, είτε γιατί δεν θέλουν να φύγουν είτε γιατί δεν μπορούν είτε γιατί δεν τα αφήνουν, κατακλύζονται από άγχος.
Ποιον τρόπο, έδειξε ο Λαμπορί, χρησιμοποιούν τα παγιδευμένα ποντίκια για να μειώσουν το άγχος;

Μάχονται μεταξύ τους.

Αυτή η μάχη μπορεί να είναι κυριολεκτική (με όπλα που πουλάνε οι Πειραματιστές στα πειραματόζωα) ή μεταφορική
Στρέφοντας την επιθετικότητα σου στα άλλα ποντίκια αισθάνεσαι καλύτερα.

¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨¨

Κάθε ζώο όταν βρίσκεται αντιμέτωπο με εχθρό έχει δύο επιλογές, fighting or fleeing, μάχη ή φυγή, πολεμάει ή την κοπανάει.

Όμως ο άνθρωπος, από τότε που ξεκίνησε να ‘χει κάτι ανθρώπινο, είχε τρεις στρατηγικές για ν’ αντιμετωπίσει τον εχθρό του:
Τον πολεμά, τον αποφεύγει ή τον κάνει φίλο.

Καμία απ’ αυτές τις στρατηγικές δεν είναι αρκετά αποτελεσματική, έτσι ο κόσμος συνεχίζει να είναι γεμάτος εχθρούς.

Όμως ποια απ’ τις τρεις είναι η καλύτερη λύση;

Όλοι οι άνθρωποι κατάγονται απ’ τους Ηomo που έφυγαν, μετανάστευσαν από την Αφρική στην Ασία κι από ‘κει σε ολόκληρο τον πλανήτη, ακόμα και στο πιο μακρινό νησί του Ειρηνικού. Μόλις τα τελευταία 10.000 χρόνια οι Homo sapiens εγκαταστάθηκαν, έφτιαξαν πόλεις.

Μα κι απ’ αυτές συνέχισαν να εξαπλώνονται, να φεύγουν, παντοτινοί νομάδες, ή -τουλάχιστον- να ονειρεύονται μια μικρή απόδραση το καλοκαίρι.

Το μαγικό και η θρησκεία είναι τρόποι φυγής. Πέρα απ’ τις προσευχές και τον διαλογισμό, που σε κάνουν να «ξεφεύγεις», υπάρχει και το απόλυτο holiday resort, ο Παράδεισος, μακριά απ’ τα προβλήματα και τις κακουχίες της πραγματικότητας.

Οι άνθρωποι παίρνουν ουσίες που τους βοηθάνε να «φεύγουν», από τότε που συνειδητοποίησαν ότι ο κόσμος είναι σκληρός ή/και βαρετός. Μανιτάρια και αλκοολούχα ποτά, ρίζες και κάνναβη, μουχλιασμένοι σπόροι και εκχυλίσματα, δεν υπάρχει κανένας πολιτισμός που να μην είχε το δικό του τριπάκι (η οποία λέξη προέρχεται απ’ το trip, το ταξίδι).

Και σίγουρα οι Ιερείς της Φυγής είναι οι καλλιτέχνες, που συχνά βρίσκονται «στον κόσμο τους».

Κάθε μέρα, κάθε άνθρωπος, έρχεται αντιμέτωπος με προβλήματα κι εχθρούς, που εσωκλείονται στο πακέτο της πραγματικότητας, της ζωής. Τις περισσότερες φορές, οι περισσότεροι άνθρωποι, επιλέγουν τη φυγή, παρά τη μάχη.

Μια έρευνα που έγινε στις ΗΠΑ αποκάλυψε ότι μόνο το 12% του πληθυσμού είναι επιθετικοί στον τρόπο που αντιμετωπίζουν τα καθημερινά προβλήματα.

Το 25% προσπαθεί να αποδράσει, να ξεφύγει, μέσω της απόλαυσης (αλκοόλ, ναρκωτικά, ψυχοφάρμακα, τζόγος, φαΐ, σεξ).

Το 15% αισθάνονται παγιδευμένοι, αλλά δεν κάνουν τίποτα για να το αλλάξουν.

Το 28% είναι ικανοποιημένοι που «τουλάχιστον επιβιώνουν».

Μόνο το 20% είναι απόλυτα ικανοποιημένοι και θεωρούν τη ζωή τους ισορροπημένη.

Στη Βρετανία μόνο το 18% του πληθυσμού δηλώνει ότι έχει παραπονεθεί σε κάποιο κατάστημα (ενώ ήθελε να το κάνει) και μόλις το 2% έχει πάρει μέρος σε μια διαδήλωση ή ένα μποϊκοτάρισμα.

Ο Ανρί Λαμπορί, ο άνθρωπος που εισήγαγε στη θεραπευτική τη χλωροπρομαζίνη, ισχυρίζεται ότι η φυγή είναι πάντα η καλύτερη λύση.

Ο Λαμπορί μέτρησε το άγχος σε ποντίκια του εργαστηρίου του, κάτω από ιδιαίτερα δύσκολες -για τα πειραματόζωα- συνθήκες.

Η πρώτη ομάδα ποντικιών, εκείνα που μπορούσαν να ξεφύγουν, να καταφύγουν σ’ έναν άλλο χώρο από εκείνον όπου τους γίνονταν ηλεκτροσόκ, μια βδομάδα μετά τα πειράματα είχαν κανονική πίεση αίματος.

Η δεύτερη ομάδα, που δεν μπορούσαν να φύγουν, διατηρούσαν υψηλή πίεση ακόμια κι έναν μήνα μετά το τέλος των πειραμάτων. Αυτά τα ποντίκια έχαναν βάρος, δημιουργούσαν έλκη κι απελπίζονταν σε τέτοιο βαθμό, που ακόμα κι όταν τους άνοιγαν το κλουβί δεν έβγαιναν έξω.

(Διαβάστε και για τα πειράματα του Σέλιγκμαν και την Επίκτητη Ανημποριά, learned helplessness, «Συνηθίζοντας τα ηλεκτροσόκ: Το πείραμα του Σέλιγκμαν»)

Σε μια τρίτη ομάδα ποντικιών, που ήταν κλεισμένα ανά ζεύγη και δεν μπορούσαν να ξεφύγουν, παρατηρήθηκε ότι τα πειραματόζωα ξεκινούσαν να παλεύουν μεταξύ τους. Το παράξενο ήταν παρατηρήθηκε σ’ αυτά κανονική πίεση αίματος, παρότι υποβάλλονταν στις ίδιες δοκιμασίες με τις προηγούμενες ομάδες.

Ο Λαμπορί κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η μάχη και η φυγή είναι τα δύο μέσα αποφυγής του άγχους.

Όμως η μάχη, ακόμα κι όταν έχει επιτυχή έκβαση, δημιουργεί εξάρτηση και ωθεί το πειραματόζωο στην πίεση που γεννά ο ανταγωνισμός.

Αργά η γρήγορα αντιμετωπίζει έναν αντίπαλο που δεν μπορεί να νικήσει και τότε στρέφει την επιθετικότητα στον εαυτό του, αποκτώντας μεγαλύτερο άγχος.

Γι’ αυτό, επιμένει ο Λαμπορί, η καλύτερη λύση ειναι πάντα η φυγή.

Αν μεταφέρουμε τα συμπεράσματα του Λαμπορί στο κοινωνικό επίπεδο μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα τη συμπεριφορά των προσφύγων, των μεταναστών κι αυτών που μένουν πίσω.

Χώρες όπως η Συρία, το Ιράκ, το Αφγανιστάν, καθώς και με διαφορετικό τρόπο χώρες όπως η Ελλάδα και η Ισπανία, είναι «Δωμάτια Ηλεκτροσόκ».

Ο καλύτερος τρόπος για να επιβιώσεις και να μειώσεις το άγχος είναι να καταφύγεις σε άλλο «δωμάτιο».

Τα πειραματόζωα-άνθρωποι που μένουν στο αρχικό δωμάτιο, είτε γιατί δεν θέλουν να φύγουν είτε γιατί δεν μπορούν είτε γιατί δεν τα αφήνουν, κατακλύζονται από άγχος.

Ποιον τρόπο, έδειξε ο Λαμπορί, χρησιμοποιούν τα παγιδευμένα ποντίκια για να μειώσουν το άγχος;

Μάχονται μεταξύ τους.

Αυτή η μάχη μπορεί να είναι κυριολεκτική (με όπλα που πουλάνε οι Πειραματιστές στα πειραματόζωα) ή μεταφορική

Στρέφοντας την επιθετικότητα σου στα άλλα ποντίκια αισθάνεσαι καλύτερα.

Πιο συνηθισμένος στόχος είναι τα αλλόθροα κι αλλόθρησκα ποντίκια. Πρόσφυγες, μετανάστες και μειονότητες.

Έπειτα ο κανιβαλισμός επεκτείνεται σε ποντίκια της ίδιας «ράτσας». Αρκεί να διοχετεύται η επιθετικότητα σε κάποιον που μπορείς να νικήσεις.

Στόχος μπορεί να είναι, για παράδειγμα, τα ομοφυλόφιλα ποντίκια, μια ομάδα που πάντα αποτελεί ευάλωτη μειονότητα.

Ποντίκια με διαφορετικές πολιτικές προτιμήσεις-πεποιθήσεις, παρότι βρίσκονται στην ίδια μοίρα και υφίστανται τα ίδια σοκ, μάχονται με αγριότητα.

Ποντίκια διαφορετικών θρησκειών, ακόμα κι οπαδοι διαφορετικής ποδοσφαιρικής ομάδας, συχνά συμπλέκονται.

Ποντίκια που ζουν σε διαφορετικές πόλεις του ίδιου «δωματίου» θεωρούν τους βόρειους-νότιους-ξενομερίτες-πρωτευουσιάνους-επαρχιώτες εχθρούς.

Τα ποντίκια δημόσιοι υπάλληλοι είναι ένας ακόμα αγαπημένος εχθρός, καθώς οι Πειραματιστές, μέσω των μοχλών πίεσης και των media, στρέφουν το άγχος, την επιθετικότητα των άνεργων ή ιδιωτικών ποντικιών σ’ εκείνα του δημόσιου τομέα.

Τα γέρικα ποντίκια είναι εξίσου καλοί εχθροί, αδύναμοι και δαπανηροί, αφού πλέον δεν μπορούν να εργαστούν, να παράγουν.

Οι τοξικομανείς, οι φτωχοί, οι ψυχικά παρεκκλίνοντες, οι άρρωστοι, είναι εξίσου επικίνδυνοι.

Τελικά κάθε άλλο ποντίκι, με το οποίο μοιράζεσαι το Δωμάτιο, είναι ένας υποψήφιος εχθρός.

Τα παγιδευμένα ποντίκια δεν θα στραφούν ενάντια σε ανώτερους εχθρούς, στους αληθινούς εχθρούς, εκείνους που τους προκαλούν τα ηλεκτροσόκ.

Όχι μόνο γιατί αυτή η μάχη είναι πολύ δύσκολη και χρειάζεται αυταπάρνηση και θυσίες. Κυρίως γιατί έχουν πειστεί ότι οι Πειραματιστές είναι ανίκητοι -αν όχι Ευεργέτες

Ο Zeldin, στην Κρυφή Ιστορία της Ανθρωπότητας, προτιμάει να χρησιμοποιήσει για τον τρίτο δρόμο, πέρα από τη μάχη και τη φυγή, την έκφραση «να τον αγαπήσει» [τον εχθρό του].

Βρίσκω αυτή τη λέξη (αγάπη) υπερβολική, αν όχι απροσδιόριστη, ειδικά όταν αναφέρεται στον εχθρό -ή στον πλησίον.

Προτίμησα τη φιλία, αντί για την αγάπη ή τη συμμαχία ή την κατανόηση ή τον προσεταιρισμό, έχοντας στον νου την Κομφουκιανική αντίληψη για τις ανθρώπινες σχέσεις.

Σύμφωνα με τον Κομφούκιο, απ’ όλες τις σχέσεις μόνο εκείνη της φιλίας είναι σχέση ισότιμη.

Αν δεν προσπαθείς να νικήσεις τον εχθρό σου ή να τον αποφύγεις, το καλύτερο είναι να τον δεις -και να σε δει- ως ισότιμο.

Η ανοχή είναι μια καλή αρχή, ιδιαίτερα σημαντική όσο ο φανατισμός, ο δογματισμός και η μισαλλοδοξία είναι ο κανόνας, αλλά δεν είναι αρκετή.

Για να κάνεις κάποιον φίλο σου δεν αρκεί να τον ανέχεσαι -αυτό συνήθως το κάνουμε με τους συγγενείς μας, πρέπει να τον αποδέχεσαι.

Πρέπει να τον ακούσεις, να τον «καταλάβεις», κυριολεκτικά και μεταφορικά, και να τον αφήσεις να σε «καταλάβει».

Όμως σίγουρα αυτός ο τρίτος δρόμος, όπως κι εκείνος της συμπόνιας, δεν συνηθίζεται απ’ τα ζώα του είδους μας, όχι σε μαζική κλίμακα.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Στοιχεία άντλησα απ’ το βιβλίο του ιστορικού Theodore Zeldin «Η κρυφή ιστορία της ανθρωπότητας», εκδόσεις Λιβάνη.

Η φωτογραφία είναι της Dorothea Lange και είχε χρησιμοποιηθεί ως αφίσα για μία από τις κινηματογραφικές αποδόσεις της νουβέλας του Στάινμπεκ «Άνθρωποι και ποντίκια».



Κυριακή, 25 Φεβρουαρίου 2018

ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ

Θαλασσινή... Καληνύχτα!!!

Άνοιξη παρά τέταρτο!

 Άνοιξη παρά τέταρτο!
ΕΛΥΤΗΣ

Εξαιρέσεις

  
"Δεν υπάρχουν κανόνες. 
Ολοι οι άνθρωποι είναι εξαιρέσεις σε έναν κανόνα που δεν υπάρχει."

Fernando Pessoa


Το σώμα δεν λέει ποτέ ψέματα



"H πιο αληθινή έκφραση των ανθρώπων, είναι μέσω του χορού και της μουσικής τους.
Το σώμα δεν λέει ποτέ ψέματα."

Στον αργαλειό του μυαλού

Θα μ'αγαπήσουν κάποτε οι λέξεις
ή πάντα θα κλώθουν
στον αργαλειό του μυαλού μου
ιστορίες που βασανίζουν;


Πέμπτη, 22 Φεβρουαρίου 2018

Μαρίκα Νίνου




Η Μαρίκα Νίνου (πραγματικό όνομα: Ευαγγελία .Αταμιάν, 1922 - 23 Φεβρουαρίου 1957) ήταν Ελληνίδα τραγουδίστρια. Θεωρείται μία από τις μεγαλύτερες γυναικείες φωνές που πέρασαν από την Ελλάδα.
Βιογραφία
Η Μαρίκα Νίνου ήταν Αρμενικής καταγωγής και το πραγματικό της όνομα ήταν Ευαγγελία Αταμιάν. Γεννήθηκε το 1922 πάνω στο βαπόρι Ευαγγελίστρια που έφερνε τη μητέρα της, τις δύο αδερφές της και τον οκτάχρονο αδερφό της Μπαρκέβ Αταμιάν, από τη Σμύρνη στον Πειραιά. Βγήκε από την κοιλιά της μαμάς της μελανιασμένη και, επειδή νόμιζαν ότι δεν θα ζούσε, την απομάκρυναν σε κάποια αποθήκη. Όμως συνήλθε, επέζησε και αμέσως τη βάφτισε ο καπετάνιος της Ευαγγελίστριας και γι' αυτό την είπαν Ευαγγελία.
Στην Ελλάδα εγκαταστάθηκαν στην Κοκκινιά, στην οδό Μεγάρων 50. Στα 7 της η Ευαγγελία Αταμιάν γράφτηκε στο Αρμένικο σχολείο του Αρμενικού Κυανού Σταυρού «Ζαβαριάν». Μάλιστα, ο δάσκαλός της την προέτρεψε να μάθει μαντολίνο, το οποίο έκανε, και τελικά συμμετείχε στην ορχήστρα του σχολείου. Τα φωνητικά της προσόντα φαίνεται ότι τα έδειξε πολύ μικρή, αφού από μαθήτρια του δημοτικού ακόμη την καλούσαν στην Aρμένικη εκκλησία Άγιος Ιάκωβος στην Κοκκινιά για να ψάλει στις ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας.
Το 1939 παντρεύτηκε τον συμπατριώτη της Χάικ Μεσροπιάν, ο οποίος ήταν κλειδαράς κι είχε ένα μαγαζάκι στην Κοκκινιά. Το 1940 γεννήθηκε ο γιος τους, ο Οβανές, αλλά το ζευγάρι χώρισε και το 1946 ο Μεσροπιάν έφυγε για την Αρμενία.
Ήδη όμως το 1944, και μετά το χωρισμό της, η Νίνου είχε γνωρίσει τον ακροβάτη και θιασάρχη Νίκο (Νίνο) Νικολαΐδη. Στην αρχή η Μαρίκα δούλευε στο ταμείο, αλλά στη συνέχεια έγιναν με τον Νίνο καλλιτεχνικό ζευγάρι ακροβατικών με το όνομα Ντούο Νίνο και έκαναν περιοδείες. Αργότερα παντρεύτηκαν και έγινε Ευαγγελία Νικολαΐδου. Το όνομα Μαρίκα τής το κόλλησε η μάνα του Νίνο, μία θεατρίνα, γιατί παρέπεμπε στη Μαρίκα Κοτοπούλη. Το επίθετο Νίνου ήρθε από τον Νίνο τον ακροβάτη και, έτσι, η Ευαγγελία Αταμιάν έγινε Μαρίκα Νίνου. Το 1947 μπήκε στο σχήμα κι ο γιος της, ο Οβανές, οπότε μετονομάστηκε σε Δυόμισι Νίνο. Στις παραστάσεις τους, η Μαρίκα έλεγε και κανένα λαϊκό τραγούδι.
Κάποια φορά ήταν καλεσμένοι στο ναύσταθμο της Σαλαμίνας για να κάνουν ακροβατικά. Εκεί κάποια στιγμή ο ναύαρχος, στον οποίο άρεσαν πολύ τα τουρκικά τραγούδια, ζήτησε ν' ακούσει ένα τέτοιο από τη Νίνου. Η Νίνου τραγούδησε διστακτικά ένα τουρκικό τραγούδι που ήξερε από τη μάνα της, ο ναύαρχος ικανοποιήθηκε ιδιαίτερα, αλλά αυτός που ενθουσιάστηκε από τη φωνή της ήταν ο παρευρισκόμενος στην αίθουσα, Πέτρος Κυριακός. Αυτός τη γνώρισε στον Μανώλη Χιώτη, ο οποίος την πρωτολανσάρισε δισκογραφικά τον Ιούνιο του 1948 με τα τραγούδια του Ώρες Σε Κρυφοκοιτάζω και Θα Στο Πω Το Μυστικό Μου.
Τον Οκτώβριο του 1948, ο Στελλάκης Περπινιάδης την πήρε κοντά του ως τραγουδίστρια στο κέντρο Φλόριδα του Γ. Μελίτια στη λεωφόρο Αλεξάνδρας. Ο Περπινιάδης την είχε συναντήσει στο στούντιο ηχογράφησης όταν δισκογραφούσε τα τραγούδια του Χιώτη. Το Νοέμβριο του 1948 η Μαρίκα Νίνου έκανε δίσκο με τον Γιάννη Παπαϊωάννου και συγκεκριμένα το τραγούδι Το 'φαγες Το Παιδί. Το 1949 η Νίνου πρωτοείπε σε δίσκους τραγούδια του Γιώργου Μητσάκη και τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς δισκογράφησε το Για Τα Μάτια Π' Αγαπώ του Βασίλη Τσιτσάνη.
Η Νίνου διέκοψε από τη Φλόριδα γιατί θεωρούσε λίγες τις 25 δραχμές που έπαιρνε για μεροκάματο και, όταν τους ζήτησε αύξηση, δεν της έδωσαν. Ήταν τυχερή όμως, γιατί τότε ακριβώς αποχώρησε από το σχήμα του Τσιτσάνη στην ταβέρνα του Τζίμη του Χοντρού στην οδό Αχαρνών 77 η Σωτηρία Μπέλλου και η Νίνου πήρε τη θέση της με 90 δραχμές. Με τη Νίνου στου Τζίμη του Χοντρού, ο Τσιτσάνης έχει πει ότι η ουρά από κόσμο μπροστά στο μαγαζί έφτανε ως τον Άγιο Παντελεήμονα. Αν και η συνεργασία της Νίνου με τον Τσιτσάνη ήταν βραχεία (αφού αυτή γινόταν πάντα με διακοπές, λόγω τσακωμών ένεκα χαρακτήρων), έχει περάσει στην ιστορία σαν μαγική και θρυλική. Από τις εμφανίσεις της στην ταβέρνα του Τζίμη του Χοντρού κυκλοφόρησε το 1977 σε δίσκο μία ηχογράφηση, η οποία έγινε εκεί με μαγνητόφωνο το 1955, από κάποιον ερασιτέχνη. Στο σημείωμα του εξωφύλλου του δίσκου αυτού υπάρχει πλήθος ανακριβειών για τη ζωή της ενώ αποκρύπτεται και η Αρμενική καταγωγή της.
Τον Οκτώβριο του 1951 έκανε κάποιες εμφανίσεις στην Κωνσταντινούπολη μαζί με τον Τσιτσάνη και την Ευαγγελία Μαργαρώνη στο κέντρο Καζαμπλάνκα, στο οποίο και αποθεώθηκαν. Η αμοιβή τους ήταν τρεις χρυσές λίρες ο Τσιτσάνης, δύο λίρες η Νίνου και μία η Μαργαρώνη. Με ό,τι μάζεψε στην Κωνσταντινούπολη ξεκίνησε να χτίσει στο Αιγάλεω το σπίτι της.
Η Μαρίκα Νίνου τραγούδησε με επιτυχία και κάποια από τα ονομαζόμενα αρχοντορεμπέτικα, τα οποία μεταμόρφωσε με τη φωνή της και τα έκανε ν' ακούγονται ρεμπέτικα κι έτσι τα πέρασε και σε άλλα κοινωνικά στρώματα. Το 1954 ανακάλυψε ότι έπασχε από καρκίνο της μήτρας. Τότε αποφάσισε να πάει στην Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής για δύο κυρίως λόγους. Ο πρώτος λόγος ήταν να τραγουδήσει και να μπορέσει έτσι να συντηρήσει την τετραμελή οικογένεια του αδερφού της, του Μπαρκέβ, ο οποίος έπασχε κι αυτός από καρκίνο, καθώς και τον γιο της, τον Οβανές, μιας και τα κέρδη στις Η.Π.Α. από το τραγούδι ήταν πολύ μεγάλα. Ο δεύτερος λόγος ήταν να δοκιμάσει τις καλύτερες μεθόδους θεραπείας που είχε ακούσει ότι υπήρχαν εκεί. Στις Η.Π.Α. ξαναπήγε το 1956. Τότε τη Μαρίκα Νίνου βοήθησαν για έξοδα νοσοκομείου, γιατρούς, εισιτήρια, ακόμα και για ρούχα, η Ρένα Ντάλια και ο Κώστας Καπλάνης.
Πριν μεταβεί στην Αμερική είχε υποβληθεί στην Αθήνα σε εγχείρηση για καρκίνο, αλλά στην Αμερική υπήρξε ραγδαία μετάσταση. Επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου εργάστηκε για λίγο με φοβερούς πόνους και τελικά πέθανε την Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 1957, σε ηλικία 35 ετών. Τη θάψανε στο Σχιστό της Νεάπολης πλάι στον αδερφό της, Μπαρκέβ Αταμιάν, που είχε πεθάνει το 1955. Δεν υπάρχουν ούτε οι τάφοι τους ούτε τα οστά τους. Υπάρχουν αρκετές φωτογραφίες της, τρεις εμφανίσεις της σε κινηματογραφικές ασπρόμαυρες ταινίες, ερμηνεύοντας τραγούδια και λίγα ρούχα της που φύλαξε η ανιψιά της (κόρη του αδερφού της) Γκιούλα Αταμιάν-Ανσεριάν.
Η ζωή της Μαρίκας Νίνου ενέπνευσε το σενάριο για την ταινία του Κώστα Φέρρη, Ρεμπέτικο του 1983.
Ο Μάνος Χατζιδάκις έγραψε για τη Μαρίκα Νίνου, αφιερώνοντάς της το δίσκο του Πέριξ (1974): "Όλη η εργασία αυτή αφιερώνεται στη μνήμη της ανεπανάληπτης Μαρίκας Νίνου, που δίχως να το ξέρει, με το μαχαίρι της φωνής της, χάραξε μέσα μας βαθιά τα ονόματα θεών της ταπεινωσύνης και της βυζαντινής παρακμής".
Ο Πάνος Γεραμάνης, σ' ένα αφιέρωμα που έκανε στη Νίνου το 2003, είπε μεταξύ άλλων τα εξής: "Η παρουσία της Μαρίκας Νίνου σηματοδότησε νέα εποχή στην ερμηνεία του λαϊκού τραγουδιού και παράλληλα εδραίωσε μια καινούργια αντίληψη στη σκηνή των λαϊκών κέντρων της εποχής του '50".
Ο Γιώργος Παπαδάκης έγραψε για τη Νίνου: "Όπως η σκληρή, βραχνή και ατημέτηλη φωνή του Μάρκου Βαμβακάρη εικονίζει τον άντρα του ρεμπέτικου της εποχής του, έτσι και η φωνή της Νίνου υλοποιεί τον γυναικείο χαρακτήρα στα τραγούδια που τα χρόνια εκείνα έγραφαν ο Τσιτσάνης, ο Παπαϊωάννου, ο Μητσάκης (...) Τραγουδώντας, ζωγραφίζει γνωστούς και οικείους στον ευρύτερο χώρο της αστικής λαϊκής κοινωνίας γυναικείους χαρακτήρες". Ο Βασίλης Τσιτσάνης έχει πει μεταξύ άλλων για τη Νίνου: "Είχε μια ξεχωριστή ερμηνευτική ικανότητα, είχε το κάτι άλλο. Όταν τραγουδούσε κυριολεκτικά καθήλωνε τον κόσμο. Τραγουδούσε και δίδασκε κιόλας μαζί με το τραγούδι, όπως ο δάσκαλος που διδάσκει τους μαθητές. Αυτό ήταν έμφυτο. Ήταν γεννημένο για το πάλκο"

ΟΙ ΦΟΡΕΙΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ

Με ενδιαφέρουν οι άνθρωποι που είναι φορείς μιας αθωότητας..... 
......................................
Οδυσσέας Ελύτης

ΟΣΟ ΜΕΓΑΛΩΝΩ

Οσο μεγαλώνω, εφαρμόζω δύο κανόνες στην ζωή μου:
Λίγοι και καλοί...
           &
Μακριά και αγαπημένοι.

Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΜΟΥ

Η μοναξιά μου είναι απόδραση όχι από τους άλλους...
αλλά από τον εαυτό μου.

ΚΑΛΗΜΕΡΑ

Aνοίγοντας τα μάτια κάθε πρωί δίνεις στον εαυτό σου την ευκαιρία,αντικρίσει την ομορφιά της ζωής... τα χρώματα και το φως!
ΚΑΛΗΜΕΡΑ !!!!!

ΙΣΩΣ...

Ίσως εκεί που κάποιος αντιστέκεται χωρίς ελπίδα, ίσως εκεί να αρχίζει η ανθρώπινη ιστορία, κι η ομορφιά του ανθρώπου.
Ρίτσος

Τετάρτη, 21 Φεβρουαρίου 2018

ΚΑΛΗΜΕΡΑ

Ολα είναι θέμα εμπιστοσύνης....η οποία ούτε αγοράζεται μα ούτε χαρίζεται...Κερδίζεται...
ΚΑΛΗΜΕΡΑ!!!!
 

Μέρος του καθήκοντος?

Την κοιτάζω μέρες την φωτογραφία... είναι από αγάπη στον ανήμπορο σύζυγο ή μέρος του καθήκοντος της συζύγου (υποζυγίου) στον αφέντη του σπιτιού??

Στη ρωγμή του χρόνου

....Στη ρωγμή του χρόνου...

Κατίνα Παξινού η ιέρεια του θεάτρου


Το 1944 η Κατίνα Παξινού δεν έγινε μόνο η πρώτη Ελληνίδα που κράτησε στα χέρια της το Όσκαρ. Έγινε και η πρώτη μη Αμερικανίδα που τιμήθηκε με το βραβείο της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου. Από τότε έχουν περάσει 74 χρόνια.
Κι ενώ οι ελληνικές υποψηφιότητες μετρούνται σε δεκάδες, το χρυσό αγαλματίδιο έχουν κρατήσει μαζί με την Κατίνα Παξινού συνολικά τέσσερις Έλληνες: Ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Βασίλης Φωτόπουλος, ο Κώστας Γαβράς και ο Βαγγέλης Παπαθανασίου.

Γεννήθηκε στις 15 Δεκεμβρίου 1900 στον Πειραιά. Κόρη μεγαλοαστικής οικογένειας, και συγκεκριμένα του αλευροβιομήχανου Βασίλη Κωνσταντόπουλου. Φοίτησε αρχικά στη Σχολή Χιλλ και εν συνεχεία στη Σχολή Καλογραιών της Τήνου. Λόγω του ζωηρού της χαρακτήρα φοίτησε εσώκλειστη σε σχολείο της Ελβετίας, σπούδασε μουσική και τραγούδι στο Ωδείο της Γενεύης καθώς και σε άλλες αντίστοιχες σχολές στη Βιέννη και στο Βερολίνο. Παντρεύτηκε τον βιομήχανο Παξινό, και απέκτησε μαζί του δύο κόρες (αργότερα η πρώτη πέθανε).
Άρχισε από πολύ νωρίς την καλλιτεχνική σταδιοδρομία της και γρήγορα διακρίθηκε για το αληθινό ταλέντο της και την αγάπη στην τέχνη. Ο πρώτος της σημαντικός ρόλος ήταν της Βεατρίκης, στην ομώνυμη όπερα “Αδελφή Βεατρίκη”, που την έγραψε ειδικά γι’ αυτήν ο Μητρόπουλος και η οποία ανέβηκε το 1920 στο Δημοτικό θέατρο Πειραιώς. Ο πρώτος θεατρικός ρόλος της στην πρόζα ήταν το 1929, στο θέατρο Κοτοπούλη, στο “Γυμνή Γυναίκα” (La femme nue) του Μπατάιγ, που την καθιέρωσε και ως πρωταγωνίστρια δραματικών ρόλων.
Το 1931 συνεργάστηκε με τον κορυφαίο Έλληνα ηθοποιό Αιμίλιο Βεάκη με τον οποίο εισχώρησε στον συνεταιρικό θίασο του Αλέξη Μινωτή, τον οποίο και παντρεύτηκε και που μαζί του συνεργάστηκε αποδοτικά από το 1932 μέχρι το 1940, χρονιά που έγινε μόνιμο μέλος του Εθνικού Θεάτρου. Με τη Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου εμφανίσθηκε στο Λονδίνο, στη Φρανκφούρτη και το Βερολίνο.


Κατά την περίοδο του πολέμου εγκαταστάθηκε στις ΗΠΑ όπου και εμφανίσθηκε στο Μπρόντγουεϊ της Νέας Υόρκης. Όμως το έργο που την επέβαλε σε διεθνή κλίμακα και που της χάρισε το 1943 το Όσκαρ ηθοποιίας, από την Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου, ήταν το “Για ποιον χτυπά η καμπάνα”, όπου υποδυόταν το ρόλο της φλογερής πατριώτισσας της Ισπανίας, Πιλάρ. Για το κινηματογραφικό έργο “Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα (1947)”, βραβεύτηκε με το βραβείο Κοκτώ.
Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1952 και άρχισε ξανά τις εμφανίσεις της στο Εθνικό Θέατρο με τον Αλέξη Μινωτή σε παραστάσεις Ίψεν και Λόρκα, αλλά κύριο πλέον ενδιαφέρον τις παραστάσεις αρχαίων θεατρικών έργων, αποδίδοντας τους πρωταγωνιστικούς ρόλους στα έργα: “Το Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα” του Λόρκα, “Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας” του Ντύρενματ, “Η τρελή του Σαγιώ” του Ζιρωντού, “Το μακρύ ταξίδι” του Ο΄ Νηλ. Επίσης έλαβε μέρος στα διάφορα Φεστιβάλ της δεκαετίας του “50 στις παραστάσεις αρχαίας τραγωδίας στο Ηρώδειο και στην Επίδαυρο. Ενώ εμφανίσθηκε και στις ταινίες “Ο κύριος Αρκάντιν” του Όρσον Γουέλς και “Ο Ρόκο και τ΄ αδέλφια του” του Λουκίνο Βισκόντι (1960).
Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας η Παξινού και ο Μινωτής συγκρότησαν δικό τους θίασο και ανέβασαν μεταξύ άλλων τα έργα: “Ματωμένος γάμος” του Λόρκα, “Η Ήρα και το παγώνι” του Ο΄ Κέισυ, “Οι παλαιστές” του Στρατή Καρά κ.ά. Η τελευταία της παράσταση στο θέατρο ήταν στον ρόλο της μάνας στο έργο του Μπρεχτ “Μάνα κουράγιο” και στον κινηματογράφο “Το νησί της Αφροδίτης” (1969).

Γενικά η Κατίνα Παξινού είχε πολύ πλούσιες εκφραστικές δυνατότητες που της επέτρεπαν να ερμηνεύει όχι με δυσκολία δραματικούς ρόλους κάθε θεατρικού ύφους, από την αρχαία ελληνική τραγωδία μέχρι το “μπρεχτικό” θέατρο. Επίσης η μουσική της καλλιέργεια της επέτρεπε να χρωματίζει τη φωνή της ώστε ν΄ αναδεικνύεται η εκφραστικότητα και η ευαισθησία έντονα καθώς και ο μελωδικός ρυθμός του ποιητικού λόγου. Η Κατίνα Παξινού έγραψε επίσης και μουσική για την τραγωδία “Οιδίπους τύραννος”.
Χτυπημένη από καρκίνο καλπάζουσας μορφής, από το 1969, γνώριζε για την ασθένειά της, η συμμετοχή της στην ταινία “Το νησί της Αφροδίτης” ήταν, ουσιαστικά, μία αναμέτρηση με τα όριά της. Έπαιξε στην ταινία υπομένοντας φρικτούς πόνους. Αργότερα, για την παράσταση “Μάνα κουράγιο”, έβγαινε κάθε βράδυ στη σκηνή σέρνοντας ένα ολόκληρο και βαρύ κάρο. Το καλοκαίρι του 1972, η Kατίνα Παξινού εμφανίστηκε, για τελευταία φορά, στο θέατρο της Επιδαύρου, όχι ως ηθοποιός, πράγμα που δεν εμπόδισε το κοινό να υποκλιθεί χειροκροτώντας όρθιο τη μεγάλη ιέρεια της Τέχνης, η οποία “έφυγε”, μετά από πολυετή μάχη με τον καρκίνο, στις 22 Φεβρουαρίου 1973.