Τρίτη, 30 Μαΐου 2017

Βρεγμένη.... Ή ατσαλάκωτη??


Κοριτσάκι μου και αν βραχείς λίγο από το κύμα, δεν πειράζει. 
όταν μεγαλώσεις θα διαπιστώσεις ότι είναι καλύτερα να είσαι βρεγμένη από την τρικυμία της ζωής, παρά ατσαλάκωτη από αδράνεια.


Η παιδική αγνότητα

Είμαστε αιχμάλωτοι του ανεξήγητου και του αιώνια χαμένου...
η γαλήνη στην ψυχή έρχεται όταν ξαναγυρίζουμε 
έστω νοερά στην παιδική αγνότητα...

Σαν σήμερα Γλέζος και Σάντας, κατεβάζουν τη ναζιστική σημαία από την Ακρόπολη


Στα τέλη Μαΐου του 1941 είχε συμπληρωθεί ένας μήνας από την παράδοση της Αθήνας στους Γερμανούς, που ολοκλήρωναν τις επιχειρήσεις τους στην Ελλάδα με την κατάληψη της Κρήτης.
Ο Μανώλης Γλέζος (9/9/1922) και ο Λάκης Σάντας (22/2/1922) ήταν δύο νεαροί φοιτητές, που δάκρυζαν, όπως και χιλιάδες Αθηναίοι, βλέποντας τη γερμανική σβάστικα να κυματίζει στην Ακρόπολη. Το χιτλερικό σύμβολο προκαλούσε την ελληνική υπερηφάνεια. Έπρεπε, λοιπόν, να κατέβει…
Το παράτολμο σχέδιο γεννήθηκε στο μυαλό τους ένα ανοιξιάτικο σούρουπο στο Ζάππειο, καθώς αντίκριζαν την Ακρόπολη και στρώθηκαν στη δουλειά για να το υλοποιήσουν.
Πήγαν στην Εθνική Βιβλιοθήκη και διάβασαν ό,τι σχετικό με τον Ιερό Βράχο. Στη Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια ανακάλυψαν όλες τις σπηλιές και τις τρύπες της Ακρόπολης.
Γρήγορα, αντιλήφθηκαν ότι η μόνη διαδρομή που έπρεπε να ακολουθήσουν για να μην γίνουν αντιληπτοί από τους γερμανούς φρουρούς ήταν μέσω του Πανδρόσειου Άντρου.
Το πρωί της 30ης Μαΐου 1941, ο Γλέζος και ο Σάντας πληροφορήθηκαν από το ραδιόφωνο ότι η Κρήτη είχε πέσει. Οι Γερμανοί με προκηρύξεις κόμπαζαν για το κατόρθωμά τους. Οι δύο νέοι αποφάσισαν να δράσουν το ίδιο βράδυ. Όπλα δεν είχαν, παρά μόνο ένα φαναράκι κι ένα μαχαίρι. Η ώρα είχε φθάσει 9:30 το βράδυ. Η μικρή φρουρά της Ακρόπολης ήταν μαζεμένη στην είσοδο των Προπυλαίων και διασκέδαζε με νεαρές Ελληνίδες, που πουλούσαν τον ερωτά τους, πίνοντας μπύρες και μεθοκοπώντας.

Με άγνοια κινδύνου, πήδηξαν τα σύρματα, σύρθηκαν ως τη σπηλιά του Πανδρόσειου Άντρου και άρχισαν να σκαρφαλώνουν από τις σκαλωσιές, που είχαν φτιάξει οι αρχαιολόγοι για τις ανασκαφές. Φθάνοντας σε απόσταση ολίγων μέτρων από τον ιστό της σημαίας δεν αντιλήφθηκαν κανένα φρουρό και με γρήγορες κινήσεις κατέβασαν από τον ιστό το μισητό σύμβολο του ναζισμού. Ήταν μία τεράστια σημαία, διαστάσεων 4x2 μ. Είχαν φθάσει πια μεσάνυχτα. Οι δύο «κομάντος» δίπλωσαν και πήραν μαζί τους τη σημαία και ακολουθώντας το ίδιο δρομολόγιο απομακρύνθηκαν από την Ακρόπολη, χωρίς και πάλι να γίνουν αντιληπτοί από τους Γερμανούς, που συνέχιζαν τη διασκέδασή τους.
Με έκπληξη η γερμανική φρουρά αντιλήφθηκε νωρίς το πρωί ότι η σβάστικα έλειπε από τον ιστό. Οι γερμανικές αρχές πανικοβλημένες διέταξαν ανακρίσεις. Μόλις στις 11 το πρωί ανάρτησαν μια νέα σημαία στον κενό ιστό.
Γλέζος και Σάντας καταδικάσθηκαν ερήμην σε θάνατο, οι άνδρες της φρουράς εκτελέστηκαν, οι έλληνες διοικητές των αστυνομικών τμημάτων της περιοχής απαλλάχθηκαν από τα καθήκοντά τους, ενώ για τους φύλακες της Ακρόπολης δεν προέκυψε κάποιο ενοχοποιητικό στοιχείο.
Η υποστολή της σβάστικας από την Ακρόπολη αποτέλεσε ουσιαστικά την πρώτη αντιστασιακή πράξη στην κατεχόμενη Αθήνα, μία ενέργεια με συμβολικό χαρακτήρα, αλλά τεράστια απήχηση στο ηθικό των δοκιμαζόμενων Ελλήνων. Το Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς ιδρύθηκαν οι δύο μεγάλες αντιστασιακές οργανώσεις ΕΑΜ και ΕΔΕΣ.
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ο Μανώλης Γλέζος συνελήφθη τρεις φορές από τους Γερμανούς, φυλακίστηκε και κατόρθωσε να δραπετεύσει, ενώ ο Λάκης Σάντας ξέφυγε από τους διώκτες του και κατετάγη στον ΕΛΑΣ.
Πηγή: sansimera.gr

Το κείμενο είναι ελεύθερη διασκευή από τα «Καραγκιοζικά» του Βασίλη Ρώτα.


Με αφορμή τον θάνατο του Βασίλη Ρώτα, στις 30 Μαΐου 1977, ένα από τα "Καραγκιοζικά" του (ελεύθερα διασκευασμένο).
Ο Ρώτας τα έγραψε μετά την Απελευθέρωση, όταν ο «Τρώμεν» με το σχέδιο «Μάσσα» ανοικοδομούσε την Ελλάδα προς όφελος των Πατσάδων.
Άλλοι τότε οι Πατσάδες, άλλοι και οι Δερβεναγάδες.
Αλλά ο Καραγκιόζης πάντα ο ίδιος.
Αβάντι μανέστρο ένα καλαματιανό να χορέψουμε.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
«Λοιπόν… Σας κάλεσα εδώ, να σας ομιλήσω δια την ιεράν υποχρέωσιν που έχομεν όλοι να υπερασπίζομεν την πατρίδα μας με κάθε κόστος και να θυσιάζομεν ακόμη και τη ζωή μας δια τη σωτηρία, την προκοπή και το μεγαλείο της.»
«Τι ωραία που τα λες, Πατσά μου, πρωθυπουργός έπρεπε να γίνεις.»
ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΛΟ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ...
*************************************
Ήμουνα, που λέτε, στην παράγκα και με κυνηγούσαν οι κατσαρίδες.
Ναι, καλά ακούτε. Θέριεψαν, πλήθυναν, αγρίεψαν από την πείνα οι κατσαρίδες και αντί να τις κυνηγάμε εμείς… μας κυνηγούν αυτές.
Κάποια στιγμή είχαν πέσει πάνω μου καμιά κατοσταριά και θα με ρίχναν χάμω, οπότε πετάχτηκα έξω να γλιτώσω. Και να που πέφτω πάνω στον τσανακογλείφτη τον Χατζατζάρη.
«Πρόσεχε, βρε», μου λέει αυτός, «θα με σκοτώσεις.»
«Άσε, Χατζατζάρη, αφού τη γλίτωσα και σήμερα… Α, παπα, χειρότερες κι απ’ την εφορία είναι αυτές.»
Παρατηρώ το Χατζατζάρη σημαιοστολισμένο και παρφουμαρισμένο.
«Πού πας εσύ έτσι, ρε Χατζατζάρη; Γίνεται καμιά κηδεία να έρθω κι εγώ να φάω κόλλυβα;»
«Άσε αυτά τα μαύρα, ρε αθεόφοβε.»
«Μαύρη είναι η μοίρα μου, διαολόφοβε… Για λέγε, για πού;»
«Μας κάλεσε ο Πασάς, στο σαράι, να μας μιλήσει.»
«Τι να μας πει ο Πατσάς;»
«Για το καλό μας.»
«Θα φάμε και τίποτα ή μόνο στα λόγια θα μείνουμε πάλι;»
«Ε, όλο και κάτι θα τσιμπήσουμε.»
«Αν είναι να τσιμπήσουμε να έρθω κι εγώ, ρε Χατζατζάρη… Άντε, πάμε.»
Με κοιτάει από πάνω μέχρι κάτω.
«Έτσι θα έρθεις;»
«Τι θες; Να του πάω και πεσκέσι;»
«Όχι, βρε, για τα ρούχα σου λέω. Δεν έχεις να φορέσεις κάτι καλύτερο;»
«Περιμένω τις εκπτώσεις, Χατζατζάρη. Άντε, προχώρα τώρα, μην αρχίσουν οι πτώσεις μετεωριτών στο σβέρκο σου.»
Πάμε, που λέτε, και μόλις φτάνουμε έξω από το σαράι βλέπω κόσμο μαζεμένο, τον Πατσά και δίπλα του το μουστακαλή, τον Δερβεναγά.
«Ωχ, ωχ, ωχ», κάνω, γιατί όταν βλέπω το Δερβεναγά με πονάει το κεφάλι μου, προκαταβολικά.
«Τι έπαθες και βογκάς;» με ρωτάει ο Χατζατζάρης.
«Πονάω.»
«Μήπως έφαγες κάτι και σε πείραξε;»
Του ρίχνω μια φάπα για να σταματήσει τα μαύρα.
«Τι βαράς, ρε;»
«Αστεία είναι αυτά που κάνεις, ρε τζαναμπέτη; Αφού ξέρεις ότι εγώ τρώω σαν την απόδοση ΦΠΑ».
«Δηλαδή;»
«Μια φορά το δίμηνο και αν.»
«Καλά, σταμάτα τώρα τις ανοησίες, γιατί ετοιμάζεται να μιλήσει ο Πασάς.»
«Να φύγω εγώ και να κρατήσεις σημειώσεις να μου πεις μετά τι είπε;»
«Βρε κάτσε, τώρα που ήρθες.»
«Κατάλαβα. Τώρα που μπήκα στο χορό θα χορέψω.»
«Αγαπητοί μου συμπολίτες», ξεκινάει να λέει ο Πατσάς και μένα ξεκινάει να με τρώει ο σβέρκος μου. Κακό σημάδι αυτό, προβλέπεται καταιγίδα. «Σας φώναξα εδώ για να σας μιλήσω για το καλό της πατρίδας.»
«Ρε Χατζατζάρη, για το δικό μας καλό είπες ότι ήρθαμε, όχι για το καλό της πατρίδας.»
«Το ίδιο είναι, Καραγκιόζη.»
«Τι το ίδιο, ρε Χατζατζάρη, τι το ίδιο; Όποτε αρχίζει ο Πατσάς να μιλάει για την πατρίδα ξέρω ότι θα φάω ξύλο… Ή θα πληρώσω φόρους… Ή και τα δύο μαζί.»
Αγριεύει τότε ο Δερβεναγάς που μιλούσα και κάνει να μου χιμήξει για να με επαναφέρει στην τάξη.
«Βάι, βάι, βάι, Καραγκιόστραγια, πάλι φασαριάζεις εσύ, σκύλε!»
Ετοιμάζομαι να δεχτώ τις νουθεσίες του, αλλά τον προλαβαίνει ο Πατσάς.
«Βεληγκέκα, μην κακοποιείς τα αδέσποτα.»
«Βάι, βάι, εφέντη μ’, αυτό δεν είναι αδέσποτο, το πονηρό το Καραγκιόστραγια είναι.»
«Άνθρωπος είναι αυτό; Για φερ’τον να τον δω… Άνθρωπος είσαι ‘συ;»
«Έτσι μου λένε, Πατσά μου, αλλά δεν παίρνω κι όρκο.»
«Και πώς κατέντησες… έτσι;»
«Από την καλοπέραση, Πατσά μου. Όλο αστακούς και χαβιάρια, παραμορφώθηκα.»
«Είσαι και χιουμορίστας βλέπω.»
«Δε μου ‘μεινε και τίποτα άλλο.»
«Έλα, λοιπόν, εσύ πιο κοντά.»
«Γιατί;» λέω τρομαγμένος. Όποτε μου λένε να πάω κοντά αρχίζει το ξύλο.
«Έλα να μιλήσουμε για την πατρίδα.»
«Ε, δεν παίρνεις το Χατζατζάρη; Αυτός είναι πιο ομιλητικός. Και πιο βολικός. Σε ό,τι του λες, ναι λέει.»
«Όχι, εσένα θέλω, γιατί είσαι το καλύτερο παράδειγμα.»
Πλησιάζω, τι να κάνω, ενώ ξέρω ότι πρόκειται να φάω περισσότερο ξύλο από ποτέ… Για παραδειγματισμό.
«Λοιπόν», κάνει ο Πατσάς, «θα μιλήσουμε για τις θυσίες που πρέπει να κάνουμε για την πατρίδα.»
«Ωχ, αμάν!»
«Τι έπαθες;»
«Τίποτα… Θυμήθηκα την κακομοίρα τη μάνα μου.»
«Ε, τι; Πατρίδα τη λένε;»
«Όχι. Ελευθερία τη λέγανε, την κηδέψαμε τις προάλλες.»
«Ζωή σε λόγου μας.»
«Ναι, ναι, και στα δικά σας.»
«Λοιπόν… Σας κάλεσα εδώ, να σας ομιλήσω δια την ιεράν υποχρέωσιν που έχομεν όλοι να υπερασπίζομεν την πατρίδα μας με κάθε κόστος και να θυσιάζομεν ακόμη και τη ζωή μας δια τη σωτηρία, την προκοπή και το μεγαλείο της.»
«Τι ωραία που τα λες, Πατσά μου, πρωθυπουργός έπρεπε να γίνεις.»
«Εσύ… Έχεις ιδέα τι είναι η πατρίς;»
«Εγώ δεν έχω;»
«Τι είναι; Εξήγησε μας…»
«Πατρίς είναι…»
«Μπράβο, καλά ξεκίνησες, συνέχισε.»
«Πατρίς είναι…»
«Συνέχισε είπα.»
«… Το ‘ξερα, αλλά το ξέχασα από την πείνα.»
«Κάτσε να σε βοηθήσω.»
«Να κάτσω εδώ κατάχαμα ή θα μπούμε μέσα να τσιμπήσουμε και κάτι;»
«Όχι, σήκω, μην κάθεσαι.»
«Ωραία, αρχίσαμε τα κάτσε-σήκω.»
«Ας υποθέσωμεν πως εγώ έρχομαι να σε πετάξω έξω από το σπίτι που κάθεσαι για να καθήσω εγώ. Τι θα κάμεις;»
«Χι,χι,χι… Να καθήσεις εσύ, ο Πατσάς, στην παράγκα τη δικιά μου;»
«Ναι. Πες μου τι θα κάμεις για να υπερασπιστείς το σπίτι σου.»
«Να ‘ρθεις εσύ να μείνεις στην παράγκα μου;»
«Ακριβώς.»
«Κι εγώ να πάω στο σαράι;»
«Όχι! Εσύ να μείνεις χωρίς σπίτι, στο δρόμο.»
«Και στο δικό μου σπίτι ποιος θα κάθεται;»
«Εγώ.»
«Αμδέ.»
«Έτσι σε θέλω: Αμδέ.»
«Δε θ’ άντεχες ούτε λεπτό στην παράγκα μου, εσύ Πατσά. Θα ‘πεφταν πάνω σου οι κατσαρίδες, οι ψύλλοι και τα ποντίκια και θα ‘φευγες τρέχοντας.»
«Δε με κατάλαβες. Υποθετικά μιλάω.»
«Ναι, ξέρω… Όλο υποθετικά και οθωμανικά μας τη φέρνετε. Στοματικά τίποτα.»
«Υπέθεσε, βρε, ότι έρχεται κάποιος άλλος να σου πάρει το σπίτι.»
«Μα καλά, κι αυτός στραβός είναι; Τόσα σπίτια υπάρχουν, το δικό το ετοιμόρροπο θα έρθει να πάρει;»
«Λοιπόν, περίμενε, γιατί δεν καταλαβαίνεις.»
«Εγώ καταλαβαίνω, καταλαβαίνω…»
«Έστω, λέω έστω, ότι είμαι εγώ στο σαράι μου και στην καλοπέραση μου κι έρχεται ο άλλος, να μου κάνει πόλεμο και να με βγάλει εμένα. Να με αιχμαλωτίσει, να με σκοτώσει και να πάρει την περιουσία μου και τις γυναίκες μου και τη δόξα μου… Ε, δεν πρέπει να αντισταθώ, να πολεμήσω, για να διαφεντέψω το δίκιο μου;»
«Άκου λέει.»
«Ε, αυτό είναι πατρίς.»
«Ποιο;»
«Να, ο τόπος εδώ και όλα τα καλά του. Το κατάλαβες τώρα;»
«Πως, πως…»
«Τι κατάλαβες;»
«Να, πως πατρίς είναι το σαράι σου, οι γυναίκες σου, η δόξα σου, τα λεφτά σου, η καλοπέραση σου…»
«Όχι μόνο η δική μου, βρε ζώο. Και η δική σου. Εδώ είμαστε όλοι μαζί.»
«Μαζί είμαστε, χώρια τρώμε. Εσύ έχεις τα καλά κι εμείς τα καλάμια.»
«Α, εσύ δεν είσαι ηλίθιος, είσαι ανθέλληνας… Βεληγκέκα!»
«Πωγια, προστάζει εφέντη μ’.»
«Πάρ’τον αυτόν τον προδότη και να του μάθεις τι εστί πατρίς.»
«Πωγιά, εφέντη… Γκελ μπουρντά, πεζεβέγκ!»
Κι αρχίζει ο Δερβεναγάς να κοπανάει και με πάει δέρνοντας ως την παράγκα.
Οπότε φωνάζω κι εγώ: «Έμαθα, έμαθα… Πατρίς είναι η φτώχια, το ξύλο και ο Παρθενώνας, ωχ αμάν, μανούλα μου Ελευθερία.»
Τέλος μετά μουσικής και ξύλου.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
(Αυτό το κείμενο είναι ελεύθερη διασκευή από τα «Καραγκιοζικά» του Βασίλη Ρώτα.
Ο Ρώτας τα έγραψε μετά την Απελευθέρωση, όταν ο «Τρώμεν» με το σχέδιο «Μάσσα» ανοικοδομούσε την Ελλάδα προς όφελος των Πατσάδων.
Άλλοι τότε οι Πατσάδες, άλλοι και οι Δερβεναγάδες.
Αλλά ο Καραγκιόζης πάντα ο ίδιος.
Αβάντι μανέστρο ένα καλαματιανό να χορέψουμε.)

Βασίλης Ρώτας Άνθρωπος της τέχνης και του αγώνα 37 χρόνια από το θάνατό του



Ο Βασίλης Ρώτας, γιος φτωχής οικογένειας χωρίς σταθερό εισόδημα, γεννήθηκε στις 5 Μάη 1889 στο Χιλιομόδι Κορινθίας, το 1889 η οικογένειά του μετακομίζει στην Κόρινθο και το 1903 εγκαθίσταται οριστικά στην Αθήνα.
Ο Ρώτας τελείωσε με άριστα το Βαρβάκειο, έχοντας από νωρίς ξεχωρίσει ως ιδιαίτερη προσωπικότητα μεταξύ των συμμαθητών του, καθώς η μεγάλη του αγάπη για την ευρύτερη μελέτη αλλά και η αντισυμβατική του συμπεριφορά είχαν εκδηλωθεί από νωρίς. Το πρώτο του ποίημα το έγραψε στην Α´ Δημοτικού και το πρώτο του διήγημα στην Β´ Γυμνασίου.
Η επιθυμία του Βασίλη Ρώτα, παρά την απαγόρευση από τον πατέρα του, ήταν να σπουδάσει Ιατρική. Έτσι γράφτηκε κρυφά στην Ιατρική Σχολή και στην συνέχεια στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών στην οποία φοίτησε ως το 1910. Εκεί γνωρίστηκε και συνδέθηκε με βαθιά φιλία με τους Κώστα Βάρναλη και Μάρκο Αυγέρη.
Το 1910 μαζί με δημοτικιστές και προοδευτικούς συμφοιτητές του ιδρύουν την «Φοιτητική Συντροφιά», που αποτέλεσε ένα πυρήνα ζύμωσης του πιο προοδευτικού τμήματος της νεολαίας, ζύμωσης γύρω από μια σειρά καυτά ζητήματα της εποχής, κοινωνικά, πολιτικά και πολιτιστικά.
Την ίδια χρονιά, κατετάγη στον στρατό ως έφεδρος, αποστρατεύθηκε την ίδια χρονιά, για να επιστρατευθεί εκ νέου το 1912, στους Βαλκανικούς Πολέμους και έκτοτε έμεινε μόνιμα στον στρατό ως τις 5 Αυγούστου 1926 οπότε και αποστρατεύθηκε με τον βαθμό του συνταγματάρχη.
Το 1917 με το ψευδώνυμο «Βασίλης Κορίνθιος» κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική συλλογή «Το τραγούδι των σκοτωμένων - κρυφός καημός» και το 1924 κυκλοφόρησε η πρώτη του μεταφραστική εργασία, η «Άννα Καρένινα» του Λέοντος Τολστόι.
Το 1921 ο Ρώτας παντρεύτηκε με την παιδική του φίλη και από την Κόρινθο, Κατερίνη Γιαννακοπούλου με την οποία απέκτησε τρία παιδιά: τον Ρένο-Παναγιώτη, την Μαρούλα και τον Νικηφόρο.
Το 1949 γνωρίστηκε με την λογοτέχνη Βούλα Δαμιανάκου με την οποία από το 1954 και μετά έζησε μαζί ως τον θάνατό του.
Οι πρώτες επιρροές του Βασίλη Ρώτα προέρχονταν από τα λαϊκά πανηγύρια, των οποίων τον κοινωνικό ρόλο διαπίστωσε από νωρίς, καθώς παρατήρησε ότι σε αυτά οι τσακισμένοι από την φτώχεια και τις δυσκολίες άνθρωποι, έστω σε εκείνες τις ώρες, με τον χορό και το τραγούδι σαν να έβγαζαν φτερά.
Ταυτόχρονα ο Ρώτας με τις μελέτες του για την λαϊκή παράδοση και το έργο του, στη συνέχεια, θωράκιζε την παράδοση, όχι για να την κλείσει σε κάποιο σεντούκι, αλλά βλέποντάς την ως την πρώτη πηγή δημιουργίας κοινωνικής συνείδησης καθώς σε αυτήν έβλεπε ένα θησαυρό αξιών του εργαζόμενου λαού.
Η δεύτερη επιρροή στον Βασίλη Ρώτα ήταν το οικογενειακό του περιβάλλον το οποίο απέπνεε μια πνευματικότητα και δεν είναι τυχαίο ότι και τα πέντε παιδιά της οικογένειας ασχολήθηκαν με τα γράμματα και τις τέχνες.
Η τρίτη επιρροή στον Βασίλη Ρώτα έρχεται από το ευρύτερο κοινωνικό του περιβάλλον, από τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο και από το ευρύτερο λογοτεχνικό και πνευματικό περιβάλλον της εποχής του.
Ο Ρώτας λατρεύει το δημοτικό τραγούδι, την βυζαντινή και κλασική μουσική που έχει σπουδάσει, ψέλνει υπέροχα, αποδίδει θαυμάσια άριες των Μότσαρτ και Βάγκνερ, τραγουδά ξένα λαϊκά τραγούδια, μαθαίνει μόνος του ξένες γλώσσες και χορεύει, καθώς όπως είπε ο Μάνος Κατράκης «ο Ρώτας χορεύει σαν αητός».
Υπάρχει όμως και μια άλλη επίδραση στην προσωπικότητα του Βασίλη Ρώτα που έπαιξε τεράστιο ρόλο στην διαμόρφωσή του και αυτή ήταν το έργο του Άγγλου δραματουργού Ουίλιαμ Σαίξπηρ το οποίο μετέφρασε στο σύνολό του.
Πέρα από την μετάφραση του έργου του Σαίξπηρ, ο Ρώτας μετέφρασε και μια σειρά έργων άλλων μεγάλων δημιουργών, από τέσσερις γλώσσες.
Η θεατρική καριέρα του Βασίλη Ρώτα ξεκίνησε πριν ο 20ος αιώνας συμπληρώσει την πρώτη δεκαετία του. Στα παιδικά του χρόνια, οι θεατρικές του εμπειρίες ήταν ελάχιστες. Υπήρχε όμως το Θέατρο Σκιών, ο Καραγκιόζης. Από μικρό παιδί άρχισε να φτιάχνει φιγούρες και να δίνει παραστάσεις. Υπήρχε όμως και κάτι άλλο: Η απαγγελία ποιημάτων η οποία απαιτεί ορθοφωνία και κάποια θεατρικότητα. Ο Ρώτας είχε έμφυτο ταλέντο στην απαγγελία και μάλιστα «δίδασκε» και τους συμμαθητές του στο σχολείο.
Την περίοδο 1906-1910 ο Βασίλης Ρώτας σπουδάζει θέατρο στην Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών, στην Σχολή Καλησπέρη και στην Δραματική Σχολή του Ωδείου Λόττνερ. Θαυμάζει πολύ τον δάσκαλό του Κωνσταντίνο Χρηστομάνο και ο θαυμασμός του γίνεται κίνητρο για να μάθει αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά και ρωσικά εντελώς μόνος του.
Από το 1926 και μετά διδάσκει στην Επαγγελματική Σχολή Θεάτρου και στο Ωδείο Πειραιώς. Το 1930 ιδρύει και λειτουργεί στο Παγκράτι το Λαϊκό Θέατρο Αθηνών. Αυτό το θέατρο ήταν το όνειρό του. Δημιούργησε μία σκηνή όπου οριοθέτησε την ιδεολογία του για το τι σημαίνει «λαϊκό». Πιστεύει πως το λαϊκό θέατρο είναι μια υπόθεση δημοκρατική που αφορά την πνευματική ανύψωση και εξέλιξη του λαού, των εργαζομένων και επιθυμεί να αναπτυχθεί μέσα στον λαό, για τον λαό με εθνικά και ταξικά χαρακτηριστικά, προβάλλοντας νέα θέματα συνδεδεμένα με την κοινωνική πράξη των απλών ανθρώπων και να αντιπαρατίθεται στην αστική δραματουργία και την θεματολογία της.
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η πενταμελής οικογένεια του Ρώτα μένει μέσα στο θέατρο και πρέπει να είναι μοναδική περίπτωση στην ιστορία του θεάτρου μας.
Το 1935 ο Βασίλης Ρώτας παραχώρησε το θέατρο στο ΚΚΕ για να πραγματοποιήσει την προεκλογική του συγκέντρωση. Από τότε άρχισε να τον παρακολουθεί η Ασφάλεια.
Με πρόσχημα την μη επαρκή πυρασφάλεια του κτιρίου, η δικτατορία του Μεταξά έκλεισε το θέατρο.
Στις 30 Οκτωβρίου 1940 ο Βασίλης Ρώτας πήρε πρωτοβουλία για την συγκρότηση πολεμικού θιάσου, η οποία όμως απέτυχε.
Στις 9 Νοεμβρίου 1940 με επιστολή του στο ΓΕΣ ζήτησε έγκριση και υποστήριξη για την δημιουργία ενός θιάσου που θα ήταν κοντά στην πρώτη γραμμή του μετώπου, αλλά και στα χωριά, καθώς και στα νοσοκομεία. Η αίτηση απορρίφθηκε.
Το καλοκαίρι του 1942 με την σύμφωνη γνώμη του ΕΑΜ, ο Βασίλης Ρώτας ιδρύει το Θεατρικό Σπουδαστήριο με διοικητική επιτροπή που αποτελούν οι Μέμος Μακρής, Κώστας Ζαΐμης και Βασίλης Ρώτας. Το Σπουδαστήριο –πρώτη περίοδος λειτουργίας καλοκαίρι 1942-Μάρτιος 1944- στάθηκε σχολείο αγώνα, θέατρο, φυτώριο της ΕΠΟΝ και καταφύγιο της σκλαβωμένης νεολαίας.
Και μόνο η αναφορά στις δραστηριότητες του Θεατρικού Σπουδαστηρίου και στα πρόσωπα που πέρασαν από εκεί θα αρκούσε για να γράψει κανείς ξεχωριστό βιβλίο.
Τον Μάρτιο του 1944 ο Βασίλης Ρώτας μαζί με τον Νίκο Καρβούνη ανέβηκαν στα βουνά της Ελεύθερης Ελλάδας.
Η πρόσκληση στον Ρώτα ερχόταν από την ΠΕΕΑ ώστε να συμβάλλει στην πολιτιστική ανόρθωση των κατοίκων των χωριών και στην εμψύχωση των αγωνιστών.
Το καλοκαίρι του 1944 συγκρότησε τον Θεατρικό Όμιλο ΕΠΟΝ Θεσσαλίας.
Στην διάρκεια του Δεκέμβρη του ’44 ο Βασίλης Ρώτας βρίσκεται στην Αθήνα και παίρνει μέρος στον αγώνα. Το σπίτι του στο Παγκράτι λεηλατείται, ενώ Εγγλέζος αξιωματικός οδηγημένος από Έλληνες συνεργάτες του, κλέβει το προσωπικό του ημερολόγιο με πρόσωπα και γεγονότα από την δράση των ανταρτών στην Ελεύθερη Ελλάδα.
Το 1945 ανεβαίνει στην Θεσσαλονίκη όπου εκδίδει και το περιοδικό «Λαοκρατία», ενώ το 1946 επαναλειτουργεί το Θεατρικό Σπουδαστήριο.
Το 1950 παραπέμπεται στο Στρατοδικείο με το αίτημα της αποτάξεως λόγω των ιδεών του, ενώ το 1951 αθωώνεται από το Στρατιωτικό Συμβούλιο.
Το 1959 το Θέατρο Τέχνης σε μετάφραση του Βασίλη Ρώτα ανεβάζει τους «Όρνιθες» του Αριστοφάνη σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν σε μια μόνο παράσταση στο Ηρώδειο, γιατί οι υπόλοιπες παραστάσεις απαγορεύθηκαν με εντολή του υπουργού Κωνσταντίνου Τσάτσου.
Στην περίοδο 1961-1967 ο Βασίλης Ρώτας βοηθά με την εμπειρία του την προσπάθεια για το Παιδικό Θέατρο του Γιώργου Δήμου και της κόρης του Μαρούλας Ρώτα. Ιδρύεται και λειτουργεί η Παιδική Αυλαία την οποία αργότερα οργανώνει και λειτουργεί ο Γιάννης Καλαντζόπουλος.
Το 1963 στέλνει επιστολή διαμαρτυρίας στην εφημερίδα «Τα Νέα» για τους εξόριστους και κρατούμενους αγωνιστές. Το 1964 του αποδίδεται το δίπλωμα του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών. Το 1967 συλλαμβάνεται από την χούντα και εξορίζεται στην Γυάρο. Επιστρέφοντας στη Νέα Μάκρη όπου μένει με την Βούλα Δαμιανάκου δίνει συνεντεύξεις σε ξένους δημοσιογράφους και στέλνει δέματα και χρήματα στους κρατούμενους της Γυάρου.
Το 1974 ολοκληρώνει την μετάφραση όλων των θεατρικών και ποιητικών έργων του Σαίξπηρ, καρπός τεράστιας δουλειάς σε συνεργασία με την Δαμιανάκου. Το εγχείρημα αυτό ολοκληρώθηκε και εκδοτικά το 1985.
Μια επιπλέον πτυχή του έργου του Βασίλη Ρώτα αποτελεί η συγγραφή των κειμένων 47 τευχών από την περίφημη σειρά «Κλασσικά Εικονογραφημένα» με την οποία πραγματικά μεγάλωσαν παιδιά για δύο δεκαετίες περίπου, ενώ το εγχείρημα δεν επανελήφθη. Υπάρχουν μόνο οι επανεκδόσεις.
Ο κομμουνιστής θεατρικός συγγραφέας, ποιητής, κριτικός, πεζογράφος Βασίλης Ρώτας, ήταν πάνω από όλα ένας αγωνιστής.
Το μεγάλο σχολείο για εκείνον ήταν η φτώχεια, αλλά μέσα σε αυτήν δεν υπήρχε μιζέρια, υπήρχε πνευματικότητα και θέληση για αγώνα. Υπήρχε επίσης η συνείδηση του ότι το «προζύμι» για αλλαγή του κόσμου ήταν μόνο ο λαϊκός αγώνας. Ένας αγώνας που εμπλουτίζεται καθημερινά από τις εμπειρίες, τα βιώματα, τις ελπίδες και τα όνειρα του εργαζόμενου λαού. Ο Ρώτας δεν ξέκοψε ποτέ από αυτό και μάλιστα θεωρούσε πως ο τελικός αποδέκτης και κριτής του έργου του είναι ο λαός.
«Έφυγε» στις 30 Μάη 1977.

Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

29 Μαΐου 1453,Η ΠΟΛΙΣ ΕΑΛΩ











Για να μην ξεχνάμε ...
Η ΠΟΛΙΣ ΕΑΛΩ
«Το δε την πόλιν σοι δούναι ουτ' εμόν εστίν ουτ' άλλου των κατοικούντων εν αυτή, κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών» (Απάντηση του Κωνσταντίνου ΙΑ' Παλαιολόγου στον Μωάμεθ Β')
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Ήταν 29 Μαΐου 1453, όταν η Κωνσταντινούπολη έπεσε στα χέρια των Οθωμανών Τούρκων
Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης υπήρξε το αποτέλεσμα της πολιορκίας της βυζαντινής πρωτεύουσας, της οποίας Αυτοκράτορας ήταν ο Κωνσταντίνος ΙΑ' Παλαιολόγος, από τον οθωμανικό στρατό, με επικεφαλής τον σουλτάνο Μωάμεθ Β'. Η πολιορκία διήρκεσε δυο μήνες. Όταν τελικά η Κωνσταντινούπολη αλώθηκε, η υπερχιλιετής Βυζαντινή Αυτοκρατορία έπαψε να υπάρχει..
Ο τρόπος που θυσιάστηκε ο τελευταίος Αυτοκράτορας, καθώς και ότι δεν διασώθηκαν πληροφορίες για τις τελευταίες στιγμές του στο πεδίο της μάχης, αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για ποικίλους θρύλους με κυριότερο αυτόν του "μαρμαρωμένου βασιλιά" που περιμένει την στιγμή να ανακτήσει την Πόλη και την Αυτοκρατορία.
.Αλλος θρύλος που συναρπάζει τους Έλληνες είναι της Αγίας Τράπεζας..Την μέρα που πάρθηκε η Πόλη, έβαλαν σʼ ένα καράβι την Άγια Τράπεζα της Αγια-Σοφιάς, να την πάει στην Φραγκιά, για να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων.Εκεί όμως στη θάλασσα του Μαρμαρά άνοιξε το καράβι και η Άγια Τράπεζα εβούλιαξε στον πάτο. Στο μέρος εκείνο η θάλασσα είναι λάδι, όση θαλασσοταραχή και κύματα κι αν είναι γύρω. Και το γνωρίζουν το μέρος αυτό από τη γαλήνη, που είναι πάντα εκεί, και από την ευωδία που βγαίνει. Πολλοί μάλιστα αξιώθηκαν να την ιδούν στα βάθη της θάλασσας
Και πάλι ο θρύλος υποστηρίζει ...
"Πάλι με χρόνια και καιρούς
πάλι δικιά μας θα ναι" ......

Απεβίωσε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης σε ηλικία 99 ετών 29/05/2017






Την τελευταία του πνοή άφησε σε ηλικία 99 ετών ο πρώην πρωθυπουργός και επίτιμος πρόεδρος της ΝΔ, Κωνσταντίνος Μητσοτάκης. «Σήμερα στη 01:00 ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης έφυγε από τη ζωή, περιστοιχισμένος από τους ανθρώπους που αγαπούσε και τον αγαπούσαν”, αναφέρει η ανακοίνωση της οικογένειας του. Σύμφωνα με πληροφορίες τον τελευταίο καιρό η κατάσταση της υγείας του επίτιμου είχε επιδεινωθεί. Βρισκόταν στο σπίτι, υπό ιατρική παρακολούθηση και ο πρόεδρος της ΝΔ καθόριζε το πρόγραμμα του ώστε να βρίσκεται όσο το δυνατόν περισσότερες ώρες δίπλα στον πατέρα του. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης γεννήθηκε στα Χανιά, στις 18 Οκτωβρίου 1918. Ήταν δευτερότοκος γιός του Κυριάκου Μητσοτάκη και της Σταυρούλας Πλουμιδάκη και κατάγεται από οικογένεια με μακρά πολιτική παράδοση και είχε συγγενική σχέση με τον ηγέτη των Φιλελευθέρων Ελευθέριο Βενιζέλο.... 

Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/apeviose-o-konstantinos-mitsotakis-se-ilikia-99-eton/

ΚΑΛΗΜΕΡΑ

Να μην κυνηγάς το χειροκρότημα αλλά τη δική σου ικανοποίηση από το γεγονός..
J.Bucay
ΚΑΛΗΜΕΡΑ!!!

Σάββατο, 27 Μαΐου 2017

Σαν σήμερα οι Ελληνίδες αποκτούν το δικαίωμα του εκλέγεσθαι


Στις 28 Μαΐου 1952 ο νόμος 2159, κατοχυρώνει το δικαίωμα της γυναίκας όχι μόνο να εκλέγει, αλλά και να εκλέγεται στις Δημοτικές και Βουλευτικές εκλογές. Παρόλα αυτά, οι Ελληνίδες δεν μπορούν να ψηφίσουν στις εκλογές του Νοέμβρη που ακολουθεί, αφού δεν έχουν ενημερωθεί οι εκλογικοί κατάλογοι. Στις επαναληπτικές εκλογές, ωστόσο, λίγους μήνες αργότερα, εκλέγεται στη Θεσσαλονίκη πρώτη γυναίκα βουλευτής στην ιστορία της Ελλάδας, η Ελένη Σκούρα.
Το 1844 πραγματοποιείται η Α΄ Εθνοσυνέλευση και ψηφίζεται το πρώτο Σύνταγμα της Ελλάδας, το οποίο ορίζει στο άρθρο 3 ότι « οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου», ξεχνώντας παντελώς να αναφέρει τον υπόλοιπο πληθυσμό, ήτοι τις Ελληνίδες, οι οποίες είχαν μάλιστα προσφέρει ουκ ολίγα στον πόλεμο για την ανεξαρτησία από τον οθωμανικό ζυγό. Έτσι, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ‘20 θεωρούνταν δεδομένο ότι μόνον οι άνδρες είχαν δικαίωμα να μετέχουν στις εκλογικές διαδικασίες, ενώ η γυναικεία ψήφος θεωρείτο «πράγμα επικίνδυνον, άρα αποκρουστέον».
Το 1921 ο πρωθυπουργός Γούναρης επαναφέρει στη Βουλή την πρόταση για ψήφο των γυναικών αλλά προκαλούνται βίαιες αντιδράσεις από πολλούς πολέμιους της ιδέας. Η πρόταση επιστρέφει εκ νέου το 1924 και μετά από ακόμα πέντε χρόνια διαμάχης, υπερψηφίζεται και με Προεδρικό Διάταγμα. Στις 5 Φεβρουαρίου 1930, αναγνωρίστηκε το δικαίωμα (μόνο) του εκλέγειν για τις Ελληνίδες.
Δεν έλειπαν ωστόσο οι περιορισμοί, αφού το δικαίωμα ψήφου ίσχυε μόνο για τις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές και αφορούσε μόνο στις εγγράμματες γυναίκες, που είχαν συμπληρώσει το 30ο έτος της ηλικίας τους. Έτσι, για πρώτη φορά οι γυναίκες ψήφισαν στις δημοτικές εκλογές της 11ης Φεβρουαρίου 1934. ΟΙ προκαταλήψεις, η μη εγγραφή στους καταλόγους και ο μεγάλος αριθμός αναλφάβητων γυναικών έχει ως αποτέλεσμα να ψηφίσουν μόλις 240 – 480 κυρίες.
Η Ελληνική Βουλή ψηφίζει το νόμο 2159 στις 28 Μαΐου 1952 ο οποίος παραχωρεί ίσα πολιτικά δικαιώματα στις γυναίκες. Ωστόσο δεν ασκείται το δικαίωμα στις προσεχείς εκλογές του Νοεμβρίου αφού δεν είχαν ενημερωθεί οι εκλογικοί κατάλογοι. Λίγους μήνες αργότερα, όμως, σε επαναληπτικές εκλογές που διεξήχθησαν στη Θεσσαλονίκη, εξελέγη η πρώτη γυναίκα βουλευτής. Πρόκειται για την Ελένη Σκούρα, του Ελληνικού Συναγερμού, η οποία μαζί με την Βιργινία Ζάννα, του Κόμματος Φιλελευθέρων, υπήρξαν οι πρώτες γυναίκες υποψήφιες για το βουλευτικό αξίωμα.
Σε βουλευτικές εκλογές, οι Ελληνίδες ψήφισαν για πρώτη φορά στις 19 Φεβρουαρίου 1956, οπότε η Λίνα Τσαλδάρη της ΕΡΕ και η Βάσω Θανασέκου της Δημοκρατικής Ένωσης κέρδισαν την είσοδό τους στο Ελληνικό Κοινοβούλιο. Μάλιστα η Λίνα Τσαλδάρη έγινε και η πρώτη γυναίκα υπουργός, αναλαμβάνοντας το Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας στην κυβέρνηση Καραμανλή. Αξίζει να σημειωθεί ότι την ίδια χρονιά εξελέγη και η πρώτη γυναίκα Δήμαρχος, η Μαρία Δεσύλλα στην Κέρκυρα. Πρέπει να περάσουν ακόμα δυο δεκαετίες, ώσπου το Σύνταγμα του 1975 να ορίσει επιτέλους ότι «οι Έλληνες και οι Ελληνίδες είναι ίσοι».
Η Εφημερίδα Κυριών και η Καλλιρόη Παρρέν Στον αγώνα για τη συμμετοχή των γυναικών στα πολιτικά πράγματα της χώρας, πρωτοστάτησε το φεμινιστικό κίνημα, με πιο σημαντική φωνή έκφρασης των διεκδικήσεων αυτήν της Καλλιρρόης Παρρέν, το γένος Σιγανού. Πρόκειται για την πρώτη γυναίκα στην Ελλάδα που δημοσιογράφησε και εξέδιδε από το 1887 και για 31 χρόνια την «Εφημερίδα των Κυριών». Η Εφημερίδα των Κυριών διατύπωνε από τον 19ο αι. το θαρραλέο σύνθημα «Ψήφος στη Γυναίκα» παρά τα ειρωνικά, υβριστικά, και απειλητικά σχόλια εναντίον της «αναρχικής» Καλλιρρόης Παρρέν από τον Τύπο της εποχής.

Μάγια Αγγέλου, αμερικανίδα ποιήτρια και ακτιβίστρια









Αμερικανίδα ποιήτρια, συγγραφέας, ηθοποιός, μουσικός και υπέρμαχος των πολιτικών δικαιωμάτων των μαύρων στις ΗΠΑ. «Εθνικό Θησαυρό» τη χαρακτηρίζουν οι Αμερικανοί.
Η Μάργκεριτ Τζόνσον, όπως ήταν το πατρικό της όνομα, γεννήθηκε στις 4 Απριλίου του 1928 στο Σεντ Λούις του Μιζούρι. Πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια μετά τον χωρισμό των γονιών της. Σε ηλικία 8 ετών έπεσε θύμα βιασμού από τον σύντροφο της μητέρας της. Όταν το αποκάλυψε στην οικογένειά της, ο άνδρας βρέθηκε νεκρός. «Πίστεψα ότι η φωνή μου τον σκότωσε, επομένως σκέφτηκα ότι ήταν καλύτερα να μη μιλάω. Κι έτσι σταμάτησα να μιλάω» είπε. Μίλησε ξανά μετά από πέντε χρόνια.

Το 1951 παντρεύτηκε τον ελληνοαμερικανό ηλεκτρολόγο και επίδοξο μουσικό Τος Άντζελος (Αναστάσιος Αγγελόπουλος), το επίθετο του οποίου υιοθέτησε έκτοτε ως καλλιτεχνικό ψευδώνυμο. Το Μάγια ήταν το χαϊδευτικό της. Το ζευγάρι έφτιαξε ένα χορευτικό σχήμα, τους «Αλ και Ρίτα», αλλά το 1954 χώρισε, επειδή ο συμπατριώτης μας δεν ήταν αρεστός στη μητέρα της και ο γάμος τους ήταν αταίριαστος για τα ήθη της εποχής. Μετά τον χωρισμό της, η Μάγια Άντζελου, όπως είναι η ορθή προφορά του ονόματός της στα αγγλικά, συνέχισε να χορεύει μόνη της σε νυχτερινά κλαμπ, ενώ κυκλοφόρησε και ένα δίσκο, το «Miss Calypso» (1957).
 
Από το 1959 αφιερώθηκε στη λογοτεχνία. Έγραψε ποίηση, διηγήματα, δοκίμια, κινηματογραφικά σενάρια, θεατρικά έργα και αυτοβιογραφικά βιβλία, με πιο γνωστό το «Ξέρω γιατί κελαηδάει το πουλί στο κλουβί», που αφηγείται τα δύσκολα παιδικά της χρόνια και αποτέλεσε μεγάλη εκδοτική επιτυχία το 1970. Παρότι δεν είχε πανεπιστημιακό δίπλωμα, δίδαξε επί σειρά ετών σε πανεπιστήμια των ΗΠΑ στα τμήματα αμερικανικών σπουδών.

Εκτός από την καλλιτεχνική της δραστηριότητα, η Αγγέλου ανέπτυξε και έντονη πολιτική δράση, καθώς βρέθηκε στην πρώτη γραμμή του αγώνα των μαύρων στις ΗΠΑ για την απόκτηση πολιτικών δικαιωμάτων. Συνεργάστηκε με τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και ήταν στενή φίλη του δυναμικού ακτιβιστή Μάλκολμ X.
Το 1992 έγραψε το ποίημα «On the Pulse of the Morning», το οποίο διαβάστηκε στην ορκωμοσία του προέδρου Μπιλ Κλίντον. Το 2000 τιμήθηκε με το Εθνικό Μετάλλιο Τεχνών και το 2011 ο πρόεδρος Ομπάμα της απένειμε το Μετάλλιο της Ελευθερίας. Μετά τον θάνατο του Νέλσον Μαντέλα, ο οποίος είχε διαβάσει το ποίημα της «Still I Rise» κατά την τελετή ορκωμοσίας του το 1994, η Αγγέλου έγραψε το ποίημα «His Day Is Done» προς τιμήν του εκλιπόντα Νοτιοαφρικανού ηγέτη, μετά από παραγγελία του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών.
Η Μάγια Αγγέλου πέθανε στις 28 Μαΐου του 2014 στο Γουίνστον-Σάλεμ της Βόρειας Καρολίνας, σε ηλικία 86 ετών. Στα ελληνικά κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πατάκη τα αυτοβιογραφικά της κείμενα «Ξέρω γιατί κελαηδάει το πουλί στο κλουβί» και «Τα δυνατά πουλιά της επαγγελίας».

ΚΑΛΗΜΕΡΑ

Είναι πραγματικά υπέροχο
να αγκαλιάζεις τη ζωή και να ζεις με πάθος...

ΚΑΛΗΜΕΡΑ!!!

Θάλασσα του Πρωιού



Εδώ ας σταθώ. Κι ας δω κ’ εγώ την φύσι λίγο.
Θάλασσας του πρωιού κι ανέφελου ουρανού
λαμπρά μαβιά, και κίτρινη όχθη· όλα
ωραία και μεγάλα φωτισμένα.
Εδώ ας σταθώ. Κι ας γελασθώ πως βλέπω αυτά
(τα είδ’ αλήθεια μια στιγμή σαν πρωτοστάθηκα)·
κι όχι κ’ εδώ τες φαντασίες μου,
τες αναμνήσεις μου, τα ινδάλματα της ηδονής.
Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ
ΠΙΝΑΚΑΣ - Sir Lawrence Alma-Tadema

Δυο είναι οι βαθύτερες ορμές του ανθρώπου: Η Πείνα και Ο Φόβος


α’ η Πείνα: ν’ απλώσει όσο μπορεί περισσότερο γύρα του τη
δύναμή του, ν’ αρπάξει, να καταχτήσει, να κάμει δικό του, να φάει,
β’ ο Φόβος: να μην του πάρουν, να διατηρήσει όσο μπορεί πιο πολύν καιρό – και πιο άνετα, ότι κατάχτησε.

Ένας νεαρός οργανισμός, γερός, ζωντανός, που βρίσκεται ακόμα στην έφοδό τον προς τ’ απάνω, πεινάει. Η ανάγκη τον σπρώχνει να τανύσει τη δύναμή του, ν’ αψηφήσει τον κίντυνο, να χιμήξει γύρα του να βρει θροφή να μην πεθάνει. Κάνει πόλεμο.
Ένας ωριμασμένος οργανισμός που έφαγε και χόρτασε μια μονάχα πια επιθυμία έχει: να μην του πάρουν ότι κατέχει να μην ανατραπεί η καθιερωμένη τάξη’ ο κόσμος είναι καλός και του αρέσει. θέλει ειρήνη.
Κι οι δύο έχουν δίκιο. Κι οι δύο, ακολουθώντας την ανάγκη, συνεργάζονται στο μεγάλο σκοπό. Ποιο σκοπό; Να κουνηθεί η ψυχή τον ανθρώπου.
Να κουνηθεί η ψυχή τον ανθρώπου και να κάμει ένα βήμα πιο πέρα, να γλιτώσει από τις παλιές ηθικές, ελευτερίες και συνήθειες, που κατάντησαν ανηθικότητες, σκλαβιές και θάνατος, και να δημιουργήσει ένα καινούριο όραμα : ένα νέο πολιτισμό...
Ν.Κ.



Η ΣΙΩΠΗ

Η σιωπή δεν είναι ποτέ άδεια,είναι σχεδόν πάντα γεμάτη
από ανθρώπους που μας λείπουν..


Παρασκευή, 26 Μαΐου 2017

ΚΑΛΗΜΕΡΑ

Η αλήθεια μοιάζει με τον ήλιο ..
Ολοι τον αποζητούν 
μα όταν τους καίει κρύβονται ..
ΚΑΛΗΜΕΡΑ!!!

Τώρα που ο ήλιος μου στα δειλινά βαδίζει, τώρα συνειδητοποίησα, για μένα τι αξίζει...η γνώση, η εμπειρία



Γεννήθηκα μια χαραυγή με ταραγμένα χρώματα,
η πρώτη μου αναπνοή, σε μπερδεμένα αρώματα,
η πρώτη εικόνα μου θολή, θαμπή, ξεθωριασμένη,
μα η κραυγή μου σκέπασε όλη την οικουμένη.
Σε μονοπάτια δύσβατα, πήρα τα πρώτα βήματα,
η ύπαρξη μου γέμιζε σταδιακά με κρίματα,
τα πρώτα γράμματα κενά, λόγια χωρίς ουσία,
οι δάσκαλοι ανεπαρκείς....
Το πνέυμα μου ανήσυχο με ωθούσε παραπέρα,
ανελειπώς το φρόντιζα και μέρα με την μέρα,
γιγάντωνε η θέληση να μάθω, να γνωρίσω,
τον τρόπο να διακριθώ, τρόπο να ξεχωρίσω.
Μ'εμπόδισαν να βγω ψηλά, τα παιδικά βιώματα,
ποτέ μου δεν κυνήγησα, θέσεις και αξιώματα,
σεμνά,λιτά και ταπεινά περπάτησα στο χρόνο,
μια φλόγα, δυνατή φωτιά, για συντροφιά μου μόνο,
είχα κρυμμένη στην καρδιά, στα σωθικά μου μέσα,
αλλά κι εκείνη έσβηνε, ύπουλη και μπαμπέσα,
κάθε φορά που η ζωή, μου λύγιζε τη μέση,
καθε φορά που κόντευε, το όνειρο να πέσει.
Υμνος στα χείλη μου το φως, η γνώση, η εμπειρία,
αθόρυβα την χάραξα την πιο μικρή πορεία,
και τώρα που ο ήλιος μου στα δειλινά βαδίζει,
τώρα συνειδητοποίησα, για μένα τι αξίζει...



Σαν σήμερα το 1963 «έφυγε» ο Γρηγόρης Λαμπράκης


Γρηγόρης Λαμπράκης, βουλευτής και αγωνιστής της Δημοκρατίας
Γιατρός, αθλητής, πολιτικός, μα πάνω απ' όλα αγωνιστής της Δημοκρατίας και της Ειρήνης. Γεννήθηκε στην Κερασίτσα Αρκαδίας στις 3 Απριλίου 1912. Μετά το τέλος των εγκύκλιων σπουδών του μετέβη στην Αθήνα και εισήλθε στην Ιατρική. Από τα εφηβικά του χρόνια ασχολήθηκε με τον αθλητισμό και αναδείχθηκε δέκα φορές βαλκανιονίκης στο άλμα εις μήκος, ενώ επί 23 χρόνια (1936-1959) κατείχε το πανελλήνιο ρεκόρ του αγωνίσματος.
Έλαβε ενεργό μέρος στην Εθνική Αντίσταση, κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής. Το 1943 ίδρυσε την «Ένωση των Ελλήνων Αθλητών» και διοργάνωσε αγώνες, από τα έσοδα των οποίων τροφοδοτούσε τα λαϊκά συσσίτια. Μετά την απελευθέρωση ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην Ιατρική και το 1950 αναγορεύθηκε υφηγητής στην έδρα της Μαιευτικής και Γυναικολογίας.
Στις εκλογές «της βίας και της νοθείας», όπως έμεινε στην ιστορία η εκλογική διαδικασία της 29ης Οκτωβρίου 1961, πολιτεύθηκε με το ΠΑΜΕ (Πανδημοκρατικό Αγροτικό Μέτωπο Ελλάδος), έναν συνασπισμό αριστερών δυνάμεων με επικεφαλής την ΕΔΑ και εξελέγη βουλευτής Πειραιά. Τον ίδιο χρόνο δραστηριοποιήθηκε στο ειρηνιστικό κίνημα και με δική του πρωτοβουλία ιδρύθηκε η «Ελληνική Επιτροπή για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη» (ΕΕΔΥΕ).
Στις 21 Απριλίου 1963 η ΕΕΔΥΕ διοργάνωσε Πορεία Ειρήνης από τον Μαραθώνα στην Αθήνα. Η αστυνομία απαγόρευσε την πορεία και συνέλαβε πολλούς από τους διαδηλωτές, μεταξύ των οποίων και τον Μίκη Θεοδωράκη. Ο Λαμπράκης προστατευόμενος από τη βουλευτική του ασυλία, πραγματοποίησε μόνος την πορεία, κρατώντας ένα μικρό πανό με το σύμβολο της ειρήνης. Αμέσως μετά συνελήφθη από την αστυνομία.
Στις 22 Μαΐου 1963 ο Γρηγόρης Λαμπράκης παρέστη και μίλησε για την ειρήνη στη Θεσσαλονίκη. Μετά το τέλος της εκδήλωσης δέχθηκε δολοφονική επίθεση σε κεντρικό δρόμο της πόλης από τρίκυκλο, στο οποίο επέβαιναν οι ακροδεξιοί Σπύρος Γκοτζαμάνης και Εμμανουήλ Εμμανουηλίδης. Τραυματίστηκε σοβαρά και πέθανε στις 27 Μαΐου 1963, σε ηλικία 51 ετών. Ο θάνατός του προκάλεσε αγανάκτηση στην κοινή γνώμη, οξύτατη πολιτική κρίση, αλλά και διεθνή κατακραυγή.
Την επομένη ένα πλήθος 500.000 ανθρώπων συγκεντρώθηκε στο Α' Νεκροταφείο για το «Ύστατο Χαίρε». Γρήγορα, η συγκέντρωση μετατράπηκε σε διαδήλωση καταδίκης της δεξιάς κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του Παλατιού.

Φυσικοί αυτουργοί της δολοφονίας Λαμπράκη ήταν ο Σπύρος Γκοτζαμάνης και ο Εμμανουήλ Εμμανουηλίδης, αλλά η δικαστική έρευνα που διεξήγαγαν ο εισαγγελέας Παύλος Δελαπόρτας και ο νεαρός ανακριτής Χρήστος Σαρτζετάκης έφεραν στο φως σχέσεις των αρχών με ένα ακροδεξιό παρακράτος. Ο ανακριτής Σαρτζετάκης απήγγειλε, μάλιστα, κατηγορίες και εναντίον ανώτατων αξιωματικών της Χωροφυλακής. Οι φυσικοί αυτουργοί καταδικάσθηκαν τον Δεκέμβριο του 1966 σε πολυετή φυλάκιση και απελευθερώθηκαν κατά τη διάρκεια της δικτατορίας.
Η δολοφονία Λαμπράκη επιτάχυνε τις πολιτικές εξελίξεις. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, αφού διερωτήθηκε «Ποιος κυβερνάει αυτό τον τόπο;» εγκατέλειψε την πρωθυπουργία και την πολιτική τον Ιούνιο του 1963 και αποσύρθηκε στο Παρίσι. Χιλιάδες νέοι ίδρυσαν τον πολιτικό οργανισμό «Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη», που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο προοδευτικό κίνημα της δεκαετίας του '60. Πρώτος γραμματέας της οργάνωσης ανέλαβε ο Μίκης Θεοδωράκης.
Ο Γρηγόρης Λαμπράκης με την προσωπικότητα και τη δράση του παραμένει και σήμερα ένα σύμβολο της Δημοκρατίας και του αγωνιζόμενου ανθρώπου κατά της πολιτικής καταπίεσης.

Πέμπτη, 25 Μαΐου 2017