Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2016

ΚΑΛΗΜΕΡΑ...

Το Φθινόπωρο είναι μια δεύτερη άνοιξη, όπου το κάθε φύλλο είναι ένα λουλούδι..!!!
Αλμπέρ Καμύ

ΚΑΛΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ... ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ..

Τρίτη, 30 Αυγούστου 2016

Μικρασιατική Καταστροφή - Η Τετάρτη 31 Αυγούστου 1922


Σαν της Σμύρνης το γιαγκίνι (το ολοκαύτωμα) στου ντουνιά δεν έχει γίνει / κάηκε και ‘γινε στάχτη κι έβγαλ’ ο Κεμάλ το άχτι (παραδοσιακό τραγούδι)
Είδα με τα ίδια μου τα μάτια έναν Τούρκο αξιωματικό να μπαίνει σε ένα σπίτι κρατώντας μικρούς τενεκέδες πετρελαίου ή βενζίνης και μέσα σε λίγα λεπτά το σπίτι να γίνεται παρανάλωμα…
Οι δάσκαλοι και τα κορίτσια μας είδαν Τούρκους που φορούσαν κανονικές στολές στρατιωτών και, σε πολλές περιπτώσεις, στολές αξιωματικών, να κρατούν μακριά ξύλα με κουρέλια στην άκρη τους, τα οποία είχαν βουτήξει σε έναν τενεκέ με κάποιοι υγρό. Τα έφερναν μέσα στα σπίτια που αμέσως μετά έπιαναν φωτιά…
Στο βάθος του δρόμου είδα μια ομάδα στρατιωτών να ξεφορτώνει κάτι που έμοιαζε να είναι μεγάλα βαρέλια με πετρέλαιο. Κρίνοντας από το χρώμα και το σχήμα τους, ήταν ολόιδια με τα βαρέλια της Εταιρείας Πετρελαίων της Σμύρνης. Ένιωσα ένα ρίγος στη ραχοκοκαλιά και συνειδητοποίησα τον σκοπό όλων αυτών των προετοιμασιών…
Νιώσαμε σταγόνες να μας πιτσιλίζουν. Στρατιώτες από τον δρόμο έριχναν στους τοίχους ένα υγρό με κουβάδες. Μόλις μύρισα αυτό το υγρό πάνω στα βρεγμένα μου ρούχα, κατάλαβα ότι ήταν πετρέλαιο…
Αμερικανοί πεζοναύτες που στάλθηκαν στην αρμένικη συνοικία ανέφεραν ότι είδαν Τούρκους στρατιώτες να πετούν μέσα στα αρμένικα σπίτια κουρέλια μουσκεμένα με πετρέλαιο…
Στη διαδρομή είδαμε άδεια βαρέλια πετρελαίου και βενζίνης σκορπισμένα εδώ κι εκεί και υγρό να τρέχει στους δρόμους…

Ένα τεράστιο σύννεφο καπνού απλωνόταν μπροστά μου. Η πυρκαγιά εξαπλώνεται από δύο πλευρές. Αυτές είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους και είναι ολοφάνερο ότι η φωτιά άναψε ταυτόχρονα σε δύο σημεία…
Κατά τις 12.00 φάνηκαν οι πρώτες φωτιές. Μια, δυο τρεις, όλες στην αρμένικη συνοικία. Να γιατί την ξεκαθάρισαν πρώτη. Ήθελαν, όταν θα έφτανε η ύστατη ώρα, να’ χουν να κάνουν μονάχα με άδεια και άψυχα σπίτια.
Κάποιοι πετούσαν εμπρηστικές βόμβες και έριχναν πετρέλαιο. Οι φλόγες κατέληξαν στις αποβάθρες, που ήταν κατάμεστες από φτωχούς ανθρώπους που περίμεναν τη σειρά τους για να σωθούν…
Η καταστροφή της «Σμύρνης των απίστων» ήταν μια πολιτική απόφαση. Ποιας όμως πλευράς; Η επίσημη τουρκική ιστορία συνεχίζει να αρνείται κάθε πιθανότητα δικής της εμπλοκής, και η πυρκαγιά που κατέστρεψε ολοκληρωτικά την πόλη υπήρξε για δεκαετίες πεδίο, επιστημονικών και μη, αντεγκλήσεων. Δεν μελετάται πάντα με νηφαλιότητα από Έλληνες και Τούρκους ιστορικούς, αλλά ούτε και από ανεξάρτητους, δυτικούς ιστορικούς. Όμως, σχεδόν όλες οι μαρτυρίες που διασώθηκαν από αυτόπτες μάρτυρες αλλά και η πλειονότητα από μακρόχρονες έρευνες ανεξάρτητων μεταξύ τους πηγών, συγκλίνουν: Η φωτιά ξεκίνησε από την αρμένικη συνοικία, εκδηλώθηκε ταυτόχρονα σε περισσότερα από ένα σημεία, ήταν προσεκτικά οργανωμένη και, τέλος, οι μοναδικοί αίτιοι για το παρανάλωμα που εξαφάνισε τη Σμύρνη ήταν τα κεμαλικά στρατεύματα, με την υποβοήθηση μιας μερίδας πολιτών. Ο ελληνικός στρατός που δήωσε και πυρπόλησε την ύπαιθρο της ενδοχώρας κατά την οπισθοχώρησή του δεν ήταν πλέον παρών στη Σμύρνη, ενώ ο άμαχος χριστιανικός πληθυσμός ήταν ήδη τόσο τρομοκρατημένος και αποδεκατισμένος από τις βιαιοπραγίες, που, καθώς δεν μπορούσε πια ούτε να ξεμυτίσει από την παραλιακή ζώνη και τις κρυψώνες του, δεν διέθετε το σθένος και τις δυνάμεις να οργανώσει έναν τέτοιο εμπρησμό. Και βέβαια, μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν γνώριζε ότι ξεριζωνόταν οριστικά. Πίστευε, αφελώς, ότι με κάποιον τρόπο θα συνέχιζε να ζει στη Σμύρνη και να συνυπάρχει με τον τουρκικό πληθυσμό, όπως συνέβαινε για αιώνες. Ποιος θα κατέστρεφε ολοκληρωτικά τις περιουσίες, τις «εστίες» και το μέλλον του, προστατεύοντας μόνο την τουρκική και την εβραϊκή συνοικία; Αντίθετα, με την πυρπόληση της Σμύρνης και τα επακόλουθά της, ο κεμαλισμός έλυσε οριστικά το πρόβλημα της ελληνορθόδοξης παρουσίας στα παράλια του Αιγαίου. Οι συνθήκες ζωής του καταστράφηκαν και οι Ρωμιοί δεν θα μπορούσαν πλέον να επανέλθουν. Η ασφάλεια του νεαρού εθνικού κράτους που οραματιζόταν ο Κεμάλ με τον τρόπο αυτόν αυξήθηκε σημαντικά.



Ο άνεμος, που από τα ξημερώματα είχε αλλάξει φορά και φυσούσε πλέον δυνατά προς τα βορειοδυτικά, υποβοήθησε τη γρήγορη εξάπλωση της πυρκαγιάς προς την ελληνική και τις ευρωπαϊκές συνοικίες, προστατεύοντας μόνο την τουρκική πλευρά της πόλης, που ήταν σκαρφαλωμένη στις βραχώδεις πλαγιές του όρους Πάγος. Ακολούθησε μια τεράστια ανθρωπιστική καταστροφή. Οι τουρκικές αρχές δεν κατέβαλαν καμία προσπάθεια για την κατάσβεση της πυρκαγιάς, ενώ παρεμποδιζόταν συστηματικά το έργο της πυροσβεστικής, μιας μεικτής ομάδας Ελλήνων και Τούρκων, που χρηματοδοτούνταν εν μέρει από τις ασφαλιστικές εταιρείες του Λονδίνου. Διασωθέντες πρόσφυγες περιγράφουν ότι και να ήθελαν τα συνεργεία να πλησιάσουν την καιόμενη περιοχή, υπήρχαν γειτονιές που αυτό ήταν αδύνατο, καθώς τα εσωτερικά σοκάκια είχαν γεμίζει σε τέτοιο βαθμό με πτώματα, που ήταν αδύνατο να τα διασχίσει κάποιος.
Ο πληθυσμός της πόλης υπολογίζεται ότι είχε πλέον φτάσει το ασύλληπτο νούμερο των 700.000 και, μόλις ξέσπασε η πυρκαγιά, όλοι αυτοί οι άνθρωποι διέτρεχαν θανάσιμο κίνδυνο. Μόνη τους ελπίδα η παραλιακή ζώνη, η θάλασσα και ο στόλος των ξένων δυνάμεων. Εκκλησίες, νοσοκομεία, κολέγια και προξενεία των ξένων κοινοτήτων, κτίρια γύρω ή μέσα στα οποία είχαν ζητήσει άσυλο οι πρόσφυγες, εκκενώνονται εσπευσμένα και τα τρομοκρατημένα πλήθη, μέσα από τα πυρά των Τούρκων και τους σωρούς των πτωμάτων, προσπαθούν να φτάσουν στην παραλία της πόλης και να προστεθούν στις χιλιάδες των προσφύγων που ήταν είδαν εκεί. Η Αμερικανίδα Άννα Μπιρτζ τα κατάφερε: Τότε μας άνοιξαν δρόμο… και εμείς περάσαμε και βρεθήκαμε σε ασφαλές σημείο. Ανάμεσα στα πολλά νεκρά κορμιά είδαμε άνδρες, γυναίκες και παιδιά που είχαν πυροβοληθεί, σώματα κοκαλωμένα σε φρικτά παραμορφωμένες στάσεις, με εκφράσεις που μαρτυρούσαν ασύλληπτο πόνο.. Οι τελευταίοι υπήκοοι των ξένων δυνάμεων απομακρύνονται με κάθε μέσο και τρόπο, με τη βοήθεια συμμαχικών στρατευμάτων. Το εξέχον μέλος της Λεβαντίνικης κοινότητας Φερνάντ ντε Κράιμερ προσπαθεί να προσεγγίσει την παραλία: Φανταστείτε ένα πλήθος τόσο πυκνό που δεν μπορούσες καλά καλά να αγγίξεις το έδαφος με τα πόδια σου και στριφογύριζες στον αέρα σαν άνεμος σε ανεμοστρόβιλο. Ανάμεσα σε ουρλιαχτά και χτυπήματα οι άνθρωποι έπεφταν στη θάλασσα και ο καπνός ήταν τόσο καυτός που, στο λόγο μου, νόμιζα ότι τα σωθικά μου είχαν πιάσει φωτιά [Μίλτον: 2008, σ. 351-3]. Ανάμεσα στους ξένους υπηκόους καταφέρνουν πού και πού να διαφύγουν και μερικοί Έλληνες και Αρμένιοι, μορφωμένοι και ξενόγλωσσοι στην πλειοψηφία τους.
Η φωτιά καταπίνει το ένα εμβληματικό κτίριο της πόλης πίσω από το άλλο και τρέχει προς την προκυμαία, όπου έχουν παγιδευτεί εκατοντάδες χιλιάδες πανικόβλητοι άνθρωποι. Τα ουρλιαχτά του αλλόφρονος πλήθους στην προκυμαία ακούγονταν σε απόσταση χιλιομέτρων, καθώς συνωστίζονταν ανάμεσα στην καιόμενη πόλη και τα βαθιά νερά του κόλπου. Ο Αμερικανός πρόξενος G. Horton είναι από τους τελευταίους που εγκαταλείπουν την πόλη και αντικρίζει το απάνθρωπο θέαμα: Η τελευταία εικόνα από τη δύσμοιρη πόλη στο φως της ημέρας χαράχτηκε στη μνήμη μου: τεράστια σύννεφα που ολοένα μεγάλωναν και ανέβαιναν στον ουρανό, μια στενή παραλία σκεπασμένη από ένα τεράστιο ανθρώπινο πλήθος με τη φωτιά στην πλάτη και τη θάλασσα μπροστά του, και, αγκυροβολημένος σε μικρή απόσταση, ένας ισχυρός στόλος από διασυμμαχικά πολεμικά πλοία να παρακολουθεί αμέτοχος [Horton: 2007, σ. 150]. Ο Ο. Ρέιμπερ συμπληρώνει: Μπορούσες να διαλέξεις ανάμεσα σε τρεις τρόπους θανάτου: τη φωτιά που μαινόταν πίσω σου, τους Τούρκους που περίμεναν στα σοκάκια και τη θάλασσα που ανοιγόταν μπροστά σου… Στη σύγχρονη ιστορία, ίσως τίποτε δεν μπορεί να συγκριθεί με τη νύχτα της 13ης Σεπτεμβρίου στη Σμύρνη… Και ένας Γάλλος πολίτης: Προς τα μεσάνυχτα η φωτιά έφτασε στις αποβάθρες. Οι κραυγές του πλήθους έγιναν φοβερές. Έβλεπε κανείς φλεγόμενα ανθρώπινα σώματα να ρίχνονται στη θάλασσα. Ένα ένα τα σπίτια κατέρρεαν. Οι Τούρκοι κατάβρεχαν με πετρέλαιο τα σπίτια που απέμεναν, και έριχναν εμπρηστικές βόμβες, για να προκαλέσουν νέες πυρκαγιές. Ήταν ένα θέμα που θύμιζε την Κόλαση [R. Puaux, «Οι τελευταίες ημέρες της Σμύρνης»].

Ο δημοσιογράφος Τζορτζ Γουόρντ Πράις, που την προηγουμένη είχε πετύχει τη συνέντευξη με τον Κεμάλ, θυμάται ότι πάνω στο πλοίο «Άιρον Ντιουκ» οι αξιωματικοί ήταν ντυμένοι για το δείπνο με τις ολόλευκες στολές επιθεώρησης, παρά τις σκηνές κόλασης που εκτυλίσσονταν στη στεριά. Όταν τα ουρλιαχτά από τη μακρινή προκυμαία έγιναν πολύ δυνατά για να τα αγνοήσει κανείς, ο πλοίαρχος διέταξε την ορχήστρα του πλοίου να παίξει. Τα άλλα πλοία ακολούθησαν, και οι διαπεραστικές κραυγές πολύ σύντομα σκεπάστηκαν από ένα ποτ πουρί αλέγρων θαλασσινών σκοπών. Μόλις τελείωσε το δείπνο στο «Άιρον Ντιουκ», οι αξιωματικοί ανέβηκαν στη γέφυρα του πλοίου για να κοιτάξουν τις σκηνές με τα κιάλια τους. Ένας από αυτούς, ο ταγματάρχης Άρθρουρ Μάξγουελ, είδε Τούρκους στρατιώτες να χύνουν κουβάδες με κάποιο υγρό πάνω στους πρόσφυγες. Φαντάστηκε ότι προσπαθούσαν να σβήσουν τις φλόγες, ως τη στιγμή που είδε ένα πέπλο φωτιάς να φουντώνει σε εκείνο ακριβώς το σημείο της προκυμαίας. «Θεέ μου» φώναξε στους συναδέλφους του «καίνε ζωντανούς τους πρόσφυγες!»
Εκείνους τους άμοιρους, που πήγαιναν να σκαρφαλώσουν πιασμένοι από την αλυσίδα της άγκυρας, οι ναύτες από πάνω τους έσπρωχναν κάτω με κοντάρια. ως και βραστό νερό τους έχυναν… κι ενώ γίνονταν όλα αυτά, ξαφνικά τα μεγάφωνα της ιταλικής ναυαρχίδας «Regina Elena», άρχισαν να στέλνουν στον κόλπο τούς ήχους από την άρια μιας κωμικοτραγικής όπερας:

Πες μου, παλιάτσο…
Πες μου, ποιος μ’ έχει προδώσει;…
[Μεχμέτ Τζοράλ, Πολλές ζωές στη Σμύρνη, σ. 302]
Ο Μουσταφά Κεμάλ ήδη από το μεσημέρι έχει αποχωρήσει από τη φλεγόμενη περιοχή. Αυτός και η συνοδεία του διέφυγαν, περνώντας αναγκαστικά μέσα από την παραλιακή ζώνη, με μια πομπή αυτοκινήτων στην κεφαλή της οποίας υπήρχε ένα φορτηγό για να ανοίγει δρόμο ανάμεσα στα πλήθη. Κατευθύνθηκαν στο Γκέζτεπε, όπου κατέλυσαν στην πατρική έπαυλη της Λατιφέ, μετέπειτα συζύγου του Κεμάλ.

ΚΑΛΗΜΕΡΑ!!!!

Γιατί η ζωή είναι ατελείωτη και μπορεί κανείς να ξαναρχίσει
και δυο φορές
–να ξαναρχίζει κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή.
. . . . . . . . . . . . .
Τάσος Λειβαδίτης
....................................... Καλημέρα ......................................

Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2016

ΚΑΛΗΜΕΡΑ...


Η ευτυχία μοιάζει μικρή όταν την κρατάς στα χέρια σου.
Άφησέ την να φύγει και θα δεις πόσο μεγάλη και πολύτιμη είναι.
Μαξίμ Γκόρκι

Ο ελκυστικός άνεργος...






- εν δυνάμει όλοι μας - και υποψήφιος ελκυστικός εργαζόμενος είναι:
Απελπισμένος, εξαθλιωμένος, φτωχοποιημένος, εξαναγκασμένος να υπογράφει άθλιες ατομικές συμβάσεις, να ανέχεται αμοιβές πείνας και συνθήκες και όρους εργασίας ευτελισμού και ντροπής.
Αναγκασμένος να εργάζεται για να πληρώνει τους φόρους "αναπνοής", αδυνατώντας να καλύψει από την εργασία που του προσφέρεται τις βασικές ανθρώπινες ανάγκες.
Μονίμως απειλούμενος από την απόλυση και τη γνωστή ρήση του αφεντικού "περιμένουν άλλοι 500 στην ουρά, αν δε σ' αρέσει".
Ο ελκυστικός άνεργος είναι απόλυτα αναλώσιμος στην κρεατομηχανή του καπιταλισμού και επιθυμούν να είναι απόλυτα υποταγμένος. Χωρίς οποιαδήποτε πρόθεση και περιθώριο να διεκδικήσει εργασιακά και ανθρώπινα δικαιώματα. Χωρίς συνειδητοποίηση. Χωρίς αντίρρηση. Χωρίς πρόσωπο. Ένα γρανάζι.

"Κι εκεί στο πόστο μου σκυφτός
ξεχνάω τη μιλιά μου
είμαι το νούμερο οχτώ
με ξέρουν όλοι με αυτό
κι εγώ κρατάω μυστικό
ποιο είναι τ’ όνομά μου"

Κυριακή, 28 Αυγούστου 2016

ΚΑΛΗΜΕΡΑ...

Ανάμεσα στο τι είναι σωστό και τι λάθος, διάλεξε αυτό που σε κάνει ευτυχισμένο...
ΚΑΛΗΜΕΡΑ & ΚΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ

Ο μικροαστός δε θέλει μπλεξίματα...

Μαλβίνα Κάραλη: «Ο μικροαστός δε θέλει μπλεξίματα, γι’ αυτό δε μπορεί να είναι ποτέ επαναστάτης, άρα παλικάρι»



4.1K
Η Μαλβίνα ποτέ δεν μάσησε τα λόγια της. Πάντα έγραφε και έλεγε αυτό που πίστευε. Σήμερα, οι ιστορικές στιγμές που ζούμε επιβάλλουν μια δεύτερη ανάγνωση των όσων έγραψε πριν από μια δεκαετία περίπου. Μερικά πράγματα φαίνεται πως δεν αλλάζουν.
Διαβάστε απόσπασμα από το άρθρο «Βλέπει τσόντα ο Πρόεδρος;» (Περιοδικό 01, 1995)
«Αυτοί οι τύποι, οι μικροαστοί, δε σκέφτονται ποτέ τους να αυτοκτονήσουν γιατί η ζωή τους ανήκει στο Θεό, αλλά στην ουσία, επειδή δεν αποφασίζουν ούτε για τη ζωή τους, ούτε για το θάνατό τους. Είναι αμνήμονες εκεί που τους συμφέρει, αλλά οραματιζόμενοι το μέλλον δε ζουν ποτέ ένα παρόν της προκοπής.
Κάνουν μακροπρόθεσμα όνειρα που, κατά κανόνα, τα προφταίνει ο θάνατος. Χτίζουν ντουβάρια. Αγοράζουν οικοπεδάκια. Δεν ψάχνουν τσάντες, γιατί σπάνια ερωτεύονται και όπως όλοι οι βλάκες, ποτέ δε νιώθουν ανίσχυροι.
Τρέμουν τις υποχρεώσεις, αλλά τελικά παντρεύονται μια υπομονετικιά, αφού την πρήξαν επί χρόνια τόσο, που δε θέλει πια ούτε να τους χέσει. Κάνουν δύο μόγγολα, γιατί “ένα ίσον κανένα”. Ή τρία, αν τα δύο πρώτα είναι κορίτσια. Και βέβαια, τους αρέσουνε πολύ οι βιζιτούδες, τις οποίες πάντα ρωτάνε μετά το πήδημα: “Πώς ξέπεσες έτσι;”
Όχι, δεν έχουν αρκουδάκι οι μικροαστοί. Μόνο σκουπίδια. Σε τρόφιμα, σε ιδέες, σε τρόπο ζωής, σε πράξεις. Την ξέρω απέξω κι ανακατωτά την Αδελφότητα (…). Τρέμει μην πιαστεί κορόιδο και πάντα πιάνεται. Υπεκφεύγει. Στρεψοδικεί. Αναβάλλει. Υποκρίνεται. Ζητάει τα πάντα και δε δίνει τίποτα. Παριστάνει τη Δίκαιη.
Αρνείται τα τεστ πατρότητας για να γλιτώσει τη Διατροφή και πάντα είναι από κοντά ένας μειλίχιος και τίμιος επαρχιακός δικηγοράκος, πρόθυμος να σπιλώσει την άπορη κακομοίρα.
Ο Μικροαστός δε θέλει μπλεξίματα. Γι’ αυτό δε μπορεί να είναι ποτέ επαναστάτης, άρα παλικάρι. Δεν είναι αντιπαθής σαν υπέρμετρος, είναι σιχαμένος σαν πλαγιοδρόμος. Νομίζει πως είναι διπλωμάτης και πως λύνει γόρδιους δεσμούς, στην ουσία όμως ξεμπερδεύει μόνο τον εαυτό του και τρελαίνει όλο τον κόσμο γύρω του.
Κανείς δεν είναι πιο επικίνδυνος από αυτά τα ήσυχα, μειλίχια ανθρωπάκια, τους μικροαστούς».
koutipandoras.gr
http://www.makeleio.gr/?p=421167

Με όπλο την ευαισθησία







Ποιός είπε πως η ευαισθησία είναι μειονέκτημα; Ποιός είπε πως οι ευαίσθητοι είναι αδύναμοι;

Ευαισθησία είναι η ικανότητα να αισθανόμαστε και να ανταποκρινόμαστε στα ερεθίσματα του περιβάλλοντος. Πού βασίζεται λοιπόν η θεωρία ότι όσοι είναι ευαίσθητοι είναι ευάλωτοι;

Προφανώς στην προκειμένη με τον όρο ευαισθησία εννοούμε την ψυχική και πνευματική και όχι την σωματική ή φυσική. Όντως είναι γεγονός ότι σ΄ένα σκληρό και αδίστακτο κόσμο το είναι κανείς ευαίσθητος είναι μεγάλο βάρος γιατί έτσι γεμίζει η ψυχή του με αγωνία και λύπη.

Από την άλλη όμως είναι ένα χαρακτηριστικό το οποίο επιβεβαιώνει την ανθρωπιά μας, κρατάει ζωντανό το στοιχείο της μοναδικότητας του ανθρώπου. Επίσης, ας μην ξεχνάμε ότι αν κάνεις δουλέψει με αυτό θα φτάσει σε μια καλύτερη γνώση του εαυτού, θα είναι πιο δραστήριος, πιο εσωτερικά ολοκληρωμένος και τέλος θα είναι σε θέση να κατανοεί καλύτερα τα όσα συμβαίνουν γύρω του και τους ανθρώπους με τους οποίους συναναστρέφεται.

Στην σύγχρονη κοινωνία οι άντρες απαγορεύεται να έχουν ευαισθησίες καθώς κάτι τέτοιο θα τους έκανε λιγότερο σκληρούς και «άντρες». Μόνον οι γυναίκες έχουν αυτό το χαρακτηριστικό γιατί ταιριάζει με τα δεδομένα και τα πρότυπα. Αυτές οι σταθερές μας οδήγησαν στην απάθεια και την κυνικότητα, στον εγωισμό και την απανθρωπιά.

Μάθαμε να κρυβόμαστε πίσω απ’ τις μάσκες και τα φαντασμαγορικά λόγια που προέρχονται από κάλπικες πεποιθήσεις, να συμβιβαζόμαστε και να δεχόμαστε αφιλτράριστο ό,τι μας προσφέρουν...

Να καταπιέζουμε την ίδια μας τη φύση! Μα, ξεχάσατε; Εσείς είστε κύριοι του εαυτού σας. Ένας άνθρωπος δεν μπορεί να λέγεται άνθρωπος αν δεν είναι ευαίσθητος. Αν δεν νοιάζεται, αν δεν μοιράζεται, αν δεν συμπονεί, αν δεν κατανοεί, αν δεν σέβεται.

Έχει χαθεί το νόημα κάπου ανάμεσα στο «φαίνεσθαι» και στο «είναι». Σημασία δεν έχει πως μας βλέπουν οι άλλοι και πως θα φτιάξουμε την συμπεριφορά και την σκέψη μας για να αρέσουμε ή να μην απογοητεύσουμε τους άλλους.

Τόσες θυσίες για αυτό τον σκόπο. Τόση ενέργεια και ψυχική δύναμη άδικα χαμένη. Αλλά εν τέλει ωφέλιμα χαμένη...

Σημασία λοιπόν έχει να είμαστε αυθεντικοί, να πράττουμε αυτό που νιώθουμε, να μην καταπιέζουμε σκέψεις και συναισθήματα στο έλεος της εξωτερικής κανονικότητας.

Αν αφιερώσουμε λίγο χρόνο στο να συλλογιστούμε παραδείγματα που να αποδεικνύουν τα παραπάνω λεγόμενα σίγουρα θα βρούμε πολλά μέσα από την καθημερινότητα(π.χ το να μην παραδεχτεί κάποιος ότι είναι φιλόζωος ή ότι συμμετέχει σε εράνους ή ότι συμβάλει στη συλλογή τροφίμων για τους πρόσφυγες), είτε μέσα από παγιωμένες πεποιθήσεις(π.χ οι άντρες δεν κλαίνε).

Η ευαισθησία δεν είναι ταπεινωτική. Είναι ένα όπλο στα χέρια του ανθρώπου που αν χρησιμοποιήσει με μέτρο και ευλάβεια, όπως και όλες του τις ικανότητες άλλωστε, θα καταφέρει να εξελιχθεί και να γίνεται καλύτερος (άνθρωπος) μέρα με τη μέρα.



Γράφει η Φανή Ναθαναηλίδου



Thessaloniki Arts and Culture http://www.thessalonikiartsandculture.gr/

Μεταξωτή Γυναίκα γεμάτη αγκάθια...

Καυστικό και απολαυστικό με τον μοναδικό τρόπο της Μαλβίνας Κάραλη.

Σάββατο με Μπαχ-τζούνιορ και σκύλο. Έξυπνη φίλη έρχεται και μου ανακοινώνει πως χωρίζει. Βρήκε την πρώτη αντένδειξη.

«Δε θα με πιάσει εμένα κορόιδο», λέει. «Μέχρι στιγμής τηρώ τους κανόνες και τις αρχές μου. Γι’ αυτό δεν έχω χάσει από άντρα. Γιατί στην πρώτη αντένδειξη φεύγω».

Απαλή φίλη, λεπτεπίλεπτη. Και ήδη δυσκολεύεται. Ήδη ψάχνει με αγωνία τον επόμενο. Αυτού του είδους η επιβιωτική ευφυΐα, σκέφτομαι,είναι για τη γυναίκα ό,τι το αγκάθι για το σκαντζόχοιρο.

Δεν έχω από πού να την πιάσω. Μεταξωτή γυναίκα, γεμάτη αγκάθια. Τα έχει χάσει όλα, νομίζω, γιατί τρέμει μην τυχόν και χάσει. Πολλές φορές απορριμμένη, υποψιάζομαι. Αυτή είναι η μοίρα όσων δεν χάνουν. Η λυπημένη φάρσα. Του να παρατάνε πρώτοι αυτούς που πρώτοι τους απέρριψαν.

Λίγα πράγματα χωρίζουν το φρικαλέο από το κωμικό. Την ξέρω τη μάρκα. Άνθρωποι που φεύγουν όχι για την αντένδειξη. Όχι επειδή το θέλουν. Αλλά επειδή οσμίζονται την απόρριψη που έρχεται.

Το επιβιωτικό «ποιός αφήνει ποιόν» τίθεται πάνω από το «ποιος θέλει ποιόν και πώς τον διεκδικεί». Ξύπνιοι και επουσιώδεις. Φίλοι και τους αγαπάμε. Στα ερωτικά τους, ράτσα δεύτερη, χαμηλή.

Σάββατο πρωί. Ερωτευμένοι, λένε και όμως. Ξυπνάνε έξυπνοι. Επιτίθενται για να αποτρέψουν επιθέσεις. Τρομοκρατούν για να μη γίνει διάφανος ο φόβος τους. Χωρίζουν για να μην τους χωρίσουν. Διαλύονται για να μην τους πιάσουν κορόιδο. Άκυρη εξυπνάδα.

Το νιώθεις όταν οι διαλυμένοι μέντορες δίνουν χρηστικές οδηγίες. Για να πάθεις τα ίδια με δαύτους. «Να μην ξέρει την αδυναμία που του έχεις, θα την εκμεταλλευτεί». Ή «μη δίνεις τίποτα από τον εαυτό σου. Τότε σε εκτιμούν οι άντρες». Ή «να μη σε βρίσκει πάντα στο τηλέφωνο. Γιατί σε θεωρεί δεδομένη». Και τη χαρά του να τιμήσεις, να φωταγωγήσεις, να προσφέρεις, να τον ακούσεις, που την πας; Η οξυδέρκειά τους; Σιδερένια μπάλα σε κομψά σφυρά – και πάνε σέρνοντας.

Μαλβίνα Κάραλη (απόσπασμα από το “Σαββατογεννημένη”)


Ο μεγαλοφυής λογοτέχνης και διανοητής Βόλφγκανγκ Γκαίτε...


Υπήρξε μία από τις κορυφαίες διάνοιες όχι μόνο της Γερμανίας, αλλά ολόκληρου του κόσμου. Μεγαλοφυΐα της εποχής του, ο Γκαίτε διακρίθηκε ως ποιητής, συγγραφέας θεατρικών έργων, φιλόσοφος, ζωγράφος, αλλά και επιστήμονας και πολιτικός.
Ο Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε, που γεννήθηκε στις 28 Αυγούστου 1749, ήταν γιος μιας ιδιαίτερα εύπορης οικογένειας. Διδάχτηκε κατ’ οίκον πάνω σε μια ευρεία σειρά θέματα, με έμφαση στους κλασικούς συγγραφείς και τις γλώσσες (λατινικά, ελληνικά, αγγλικά και γαλλικά). Από μικρός εκδηλώνει κλίση προς τη λογοτεχνία και το θέατρο, κάτι που ενθαρρύνει η μητέρα του, ενώ αγαπάει με πάθος τη ζωγραφική. Αντιπαθεί ιδιαίτερα την Εκκλησία, την ιστορία της οποίας χαρακτήρισε «συνονθύλευμα πλανών και βίας».


Σε ηλικία 16 ετών ξεκινά σπουδές Νομικής στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, ενώ παράλληλα έκανε μαθήματα σχεδίου με τον Adam Oeser. Με αφορμή έναν άτυχο έρωτα, δημιουργεί το πρώτο του θεατρικό έργο το 1767. Ολοκληρώνει τις σπουδές της Νομικής το 1768 και από το 171 εξασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου. Σε ηλικία του 1774, σε ηλικία 25 ετών δημοσιεύει το έργο που του χάρισε την πανευρωπαϊκή αναγνώριση: Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου, με το οποίο δημιουργεί το πρότυπο του ρομαντικού ήρωα.


Ο νεαρός Γκαίτε ήταν έρμαιο των συναισθημάτων του, όπως ανέφερε, σε τέτοιο βαθμό ώστε ανησυχούσε για την πνευματική ισορροπία του. Με το ποίημά του «Προμηθέας», όπου υποστήριξε ότι άνθρωπος πρέπει να πιστεύει στον εαυτό του κι όχι στους θεούς, γίνεται ο εκπρόσωπος ενός ολόκληρου κινήματος. Το 1775 επισκέπτεται τον Δούκα της Βαϊμάρης, Karl August, και αναλαμβάνει διαδοχικά διάφορα κυβερνητικά αξιώματα. Στην πόλη αυτή έζησε ως το θάνατό του.
Παράλληλα με τη λογοτεχνία και τη δραματουργία, μελέτησε φυσική, χημεία και ανατομία – ήταν αυτός ο οποίος, 70 χρόνια πριν από τον Δαρβίνο, διατύπωσε την θεωρία της ενότητας και της συνέχειας στη φύση, παρατηρώντας τις μορφολογικές ομοιότητες μεταξύ ειδών. Το δε 1784 ανακάλυψε την ύπαρξη του μη διακρινόμενου (λόγω της απώθησής του στο πρόσθιο τμήμα των άνω γνάθων και της συνοστέωσής του με αυτά) μεσογνάθιου οστού στον άνθρωπο. Η μελέτη της συγκριτικής ανατομίας τον οδήγησε να εισηγηθεί το 1790 ένα νέο κλάδο των επιστημών της φύσης, τη Μορφολογία. Σε μια πραγματεία του, το 1795, ορίζει τη Μορφολογία, ως «αυτοτελή επιστήμη και βοηθητική της Φυσιολογίας που πρέπει να περιλαμβάνει τη διδασκαλία περί της μορφής, σχηματισμού και μετασχηματισμού των οργανικών σωμάτων».

Τα χρόνια 1791 - 1817 διεύθυνε το Αυλικό Θέατρο της Βαϊμάρης. Το 1795 γνωρίζεται με τον Friedrich Schiller κι αναπτύσσουν μεταξύ τους μια βαθιά φιλία, που κράτησε ως το θάνατο του δεύτερου, το 1805. Ο Γκαίτε, το 1806 παντρεύτηκε τη Christiane Vulpius, με την οποία είχε ήδη από το 1789 ένα γιο, χρονιά κατά την οποία ξέσπασε η Γαλλική Επανάσταση, της οποίας υπήρξε θαυμαστής. Ο Φάουστ, το διασημότερο έργο του και το δημιούργημα μιας ολόκληρης ζωής, ολοκληρώθηκε ένα έτος πριν το θάνατο του, ενώ η αυτοβιογραφία του «Ποίηση και Αλήθεια», θεωρείται από τ' αριστουργήματα του γερμανικού πεζού λόγου.
Πέθανε στις 22 Μαρτίου του 1832, μετά από μια ζωή κορυφαίας δημιουργίας. Ο τάφος του βρίσκεται στο ιστορικό κοιμητήριο της Βαϊμάρης.

Έρχονται χρόνια δύσκολα





Έρχονται χρόνια δύσκολα
γεμάτα καταιγίδες
κι εμείς του κόσμου θύματα
μ’ ατέλειωτα προβλήματα
και λιγοστές ελπίδες.

Έρχονται χρόνια δύσκολα
τα πάντα άνω κάτω,
ο κόσμος είναι ανάστατος
κι εμείς πληγές γεμάτοι.

Φονιάδες μονοπώλια
παντού φωτιές ανάβουν,
μας καίνε, μας δικάζουνε
και την ψυχή μας βγάζουνε
και ζωντανούς μας θάβουν.

Ποδοπατούν αλύπητα
τ’ ανθρώπινο το σώμα,
στο άγνωστο βαδίζουμε
κι όνειρα πια δε χτίζουμε,
μας κλείνουνε το στόμα.

Δεν είναι ορχήστρα, είναι επανάσταση ...

Δεν είναι ορχήστρα, είναι επανάσταση

Το βλέπεις και σού έρχεται να κλάψεις. Από συγκίνηση ; Από θαυμασμό; Από θλίψη για τα δικά μας;

Δεν ξέρω.

Πριν απο πολλά χρόνια ένας άνθρωπός στη Βενεζουέλα ξεκίνησε να πραγματοποιήσει ένα όνειρο. Ηταν ο Χοσέ Αμπρέου που μάζεψε παιδάκια απο κάθε φτωχή γωνιά της χώρας του κι άρχισε να τα μαθαίνει μουσική για να τα τραβήξει μακριά απο το έγκλημα, τα ναρκωτικά, τη μιζέρια και τους κινδυνους που κουβαλάει μαζί της!!!

Το σχέδιο του ονομάστηκε el Systema. Κάμποσα χρόνια μετα, 250.000 (!) παιδάκια έμαθαν μουσική, και άρχισαν να φτιάχνονται σχολικές ορχήστρες. Οι ορχήστρες σε όλη τη χώρα ξεπέρασαν τις 100 και από αυτές οι 90 είναι συμφωνικές ! Οι καλύτεροι από αυτούς τους νεαρούς μουσικούς μαζεύονται σε κεντρικές ορχήστρες, με κορυφή την Ορχήστρα Σιμόν Μπολιβάρ, που αυτή την εποχή διευθύνει άλλο ένα προϊόν του el Sistema, ο 28χρονος μαέστρος Γουστάβο Ντουνταμέλ, που είναι επίσης εδώ και λίγους μήνες ο νέος μαέστρος της Φιλαρμονικής του Λος Άντζελες.

den-einai-orxistra-epanastasi-1

Ο Edgar μεγάλωσε σε μία από τις πιο σκληρές γειτονιές του Καράκας. Φοβόταν να βγει από το σπίτι του και φοβόταν να γυρίσει. Μόνο η μουσική θα μπορούσε να τον αποσπάσει από την άσχημη κατάσταση που βίωνε. Πήγε στο παράρτημα του El Sistema της γειτονιάς του και ζήτησε μια τρομπέτα. Δεν μπόρεσαν να του βρούν. Του έδωσαν όμως ένα φαγκότο. Τώρα, ο Edgar πιστεύει ότι αυτό το φαγκότο τού έσωσε τη ζωή.

El Sistema θα μπορούσε να είναι το όνομα μια επαναστατικής οργάνωσης από τη δεκαετία του ’30. Ίσως αυτό να μας έρχεται στο μυαλό επειδή το El Sistema γεννήθηκε και αναπτύχθηκε στη Βενεζουέλα, μια χώρα που αγωνίστηκε για πολλά χρόνια για την ανεξαρτησία της αλλά και την κατάργηση των απολυταρχικών καθεστώτων. Το El Sistema είναι μια σκέψη που γεννήθηκε στο μυαλό του Jose Antonio Abreu, ενός οικονομολόγου που περισσότερο από οτιδήποτε άλλο αγαπούσε τους ανθρώπους και τη μουσική.

O Abreu πίστευε ότι, όσο φτωχός κι αν είναι ένας άνθρωπος, αν μπορέσει να αποκτήσει πρόσβαση στη μουσική, η ζωή του θα αλλάξει. Και αποδείχτηκε ότι είχε απόλυτο δίκιο. Το ξεκίνημα - η ανάπτυξη Στα 1975 ο Jose Antonio Abreu προσπάθησε να δημιουργήσει μια ορχήστρα όπου οι μουσικοί, αντί να μελετούν ο καθένας μόνος του, θα μελετούσαν όλοι μαζί. Ήδη υπήρχε μια παρόμοια εμπειρία στη Βενεζουέλα, όπου οι μαθητές των σχολείων πήγαιναν μετά το σχόλασμα σε μεγάλες αίθουσες και ετοίμαζαν όλοι μαζί τις εργασίες τους για την επόμενη μέρα.

Αυτό δεν ήταν κάποιου είδους καινοτομία στον τρόπο μελέτης. Απλώς, οι περισσότεροι γονείς εργάζονταν μέχρι αργά και, αν τα παιδιά επέστρεφαν στις γειτονιές τους, θα απέφευγαν να μελετήσουν με αποτέλεσμα η χώρα να διατηρεί το χαμηλό μορφωτικό της επίπεδο. Επιπλέον, η εγκληματικότητα και η χρήση ναρκωτικών ήταν πολύ διαδεδομένες. Έτσι, τα παιδιά κινδύνευαν σε κάθε τους βήμα.

Ο Abreu κατάφερε να βρει παιδιά που είχαν κάποιο ταλέντο στη μουσική αλλά και δασκάλους από ολόκληρη τη Βενεζουέλα. Η πρώτη του ορχήστρα, η Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα Νέων της Βενεζουέλας, δημιουργήθηκε στις 12 Φεβρουαρίου του 1975 και έδωσε την πρώτη συναυλία της στις 30 Απριλίου της ίδιας χρονιάς. Πολύ γρήγορα συνδέθηκε με άλλες ορχήστρες αλλά και ηχογράφησε με πολλούς και γνωστούς μαέστρους.

Η ορχήστρα σύντομα έγινε πόλος έλξης για πολλούς νέους. Πολύ σύντομα όλο και περισσότεροι ήθελαν να μελετήσουν Τσαϊκόφσκι, Μότσαρτ ή Μπερλιόζ και σχεδόν όλοι ήθελαν να παρακολουθήσουν τις συναυλίες της ορχήστρας. Κάθε εξωτερικός παρατηρητής θα θεωρούσε ότι όλη αυτή η προσπάθεια δεν θα είχε καμία πιθανότητα να επιτύχει. Ο Abreu και οι συνεργάτες του υποστήριζαν ότι θα τα καταφέρουν.

Το κεντρικό τους μήνυμα στους νέους όλης της χώρας ήταν «Να παίζεις και να αγωνίζεσαι». Οι πρώτοι όμως που έπρεπε να αγωνιστούν για την επιτυχία του προγράμματος ήταν οι ίδιοι. Έβαλαν όλη την ενέργεια και όλη την πίστη τους σ’ αυτό τον σκοπό. Τέσσερα χρόνια μετά από το δειλό ξεκίνημα της ορχήστρας, στις 20 Φεβρουαρίου του 1979, ο Abreu παίρνει το πράσινο φως να επεκτείνει το πρόγραμμα. Τώρα μπορεί κάθε πόλη ή και κάθε γειτονιά να δημιουργήσει τη δική της ορχήστρα που θα αποτελείται από παιδιά και νέους.

den-einai-orxistra-epanastasi-2

Κάθε παιδί θα διαλέγει ένα όργανο, θα το παίρνει δωρεάν και θα συναντιέται με τα υπόλοιπα παιδιά σε μεγάλες αίθουσες για να μελετήσει υπό τις οδηγίες των καλύτερων δασκάλων της χώρας. Φυσικά, το πρόγραμμα πέρασε μέσα από τεράστιες δυσκολίες. Η χρηματοδότησή του μειωνόταν σε περιόδους κρίσης –πέρασε αρκετές η Βενεζουέλα- με αποτέλεσμα ο Abreu και η ομάδα του να αγωνίζονται σκληρά να το κρατήσουν ζωντανό.

Σήμερα όμως, το El Sistema, που είναι πλέον αναπτυγμένο σε nucleos (πυρήνες), έχει υπό την επίβλεψή του 150 ορχήστρες νέων και 70 ορχήστρες παιδιών, που βρίσκονται σχεδόν σε όλες τις πόλεις της Βενεζουέλας. Οι καλύτεροι μουσικοί της χώρας διοχετεύονται στην ορχήστρα νέων Simon Bolivar, που είναι και η κεντρική ορχήστρα του προγράμματος.

Το πρόγραμμα Τα παιδιά της προσχολικής ηλικίας αρχίζουν να δουλεύουν πάνω στην εκφραστικότητα του σώματος και τον ρυθμό. Η ενθάρρυνση των παιδιών να κρατήσουν το σώμα τους ενεργό την ώρα που παίζουν, είναι ένα από τα κλειδιά της ανάπτυξης του προγράμματος.

Στην ηλικία των πέντε ετών, τα παιδιά παίρνουν τα πρώτα τους όργανα, συνήθως ξύλινα φλάουτα και κρουστά. Ταυτόχρονα μπαίνουν και σε χορωδία, έτσι ώστε να αρχίσουν να συνηθίζουν στην ομαδική δουλειά. Στην ηλικά των επτά ετών, τα παιδιά μπορούν να πάρουν το πρώτο έγχορδο ή πνευστό τους όργανο. Μπορούν να αλλάζουν όργανα, αλλά δεν ενθαρρύνονται να το κάνουν συχνά.

Η αρχική τους εκπαίδευση περιλαμβάνει τραγούδι και μελέτη του οργάνου. Συχνά συγκεντρώνονται στο παίξιμο μίας και μόνο νότας έτσι ώστε να αποκτήσουν την αίσθηση της ποιότητας του ήχου για το όργανό τους. Υπάρχουν τρία επίπεδα καθημερινής μελέτης: Στο πρώτο, τα παιδιά δουλεύουν με ολόκληρη την ορχήστρα, στο δεύτερο παίζουν σε μικρότερα σύνολα και στο τρίτο μελετούν ατομικά.

Σε όλα αυτά τα επίπεδα, ο δάσκαλος κάθε παιδιού είναι ο ίδιος. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η διαδικασία εκμάθησης να προχωράει πιο γρήγορα, καθώς ο δάσκαλος γνωρίζει από νωρίς τα δυνατά και τα αδύνατα σημεία κάθε μαθητή. Οι μαθητές παίζουν μπροστά σε κοινό όσο το δυνατόν περισσότερο, πράγμα που μειώνει το άγχος της έκθεσης καθώς η συναυλία γίνεται φυσικό μέρος της καλλιτεχνικής διαδικασία. Επίσης, οι νέοι μουσικοί ενθαρρύνονται να παρακολουθούν άλλες ορχήστρες νέων έτσι ώστε να παίρνουν έμπνευση από αυτούς.

Από πολύ νωρίς τα παιδιά παίζουν και με άλλες ορχήστρες πέρα από τη δική τους. Μάλιστα συμμετέχουν ακόμη και στην ορχήστρα Simon Bolivar, στην οποία τακτικά μέλη γίνονται οι καλύτεροι μουσικοί της χώρας. Ο βασικός σκοπός του El Sistema είναι να δημιουργήσει την αίσθηση της ασφάλειας και της χαράς στους νέους μουσικούς, χτίζοντας ταυτόχρονα την αυτοπεποίθησή τους μέσα από την αίσθηση της αξίας του ατόμου μέσα στην ομάδα.

Η πειθαρχία δεν είναι το βασικότερο κομμάτι της διαδικασίας αλλά, όταν δεν είναι αποτέλεσμα πίεσης, θεωρείται χρήσιμο εργαλείο. Η παρακολούθηση των μαθημάτων δεν είναι υποχρεωτική. Τα παιδιά συμμετέχουν για τον εαυτό τους, τους φίλους και τους δασκάλους τους. Χωρίς σκληρή δουλειά από την πλευρά των μαθητών, το πρόγραμμα θα οδηγείτο σε σίγουρη αποτυχία. Όμως, η διασκέδαση και το παιχνίδι δεν ξεχνιέται ποτέ.

Η μεγάλη πλειονότητα των δασκάλων και των στελεχών κάθε πυρήνα, προέρχεται από παλαιότερους σπουδαστές του προγράμματος. Είναι εκείνοι που καταλαβαίνουν καλύτερα τους στόχους και τις ανάγκες της διαδικασίας, είναι εκείνοι που καταλαβαίνουν πώς αισθάνονται οι νέοι μουσικοί. Οι δάσκαλοι ασχολούνται με κάθε παιδί ξεχωριστά. Αν κάποιο παιδί λείψει δύο συνεχείς φορές από το μάθημα, πηγαίνουν στο σπίτι του για να δουν τι συμβαίνει. Ο στόχος τους δεν είναι να κάνουν παρατήρηση στο παιδί, αλλά να συζητήσουν μαζί του τους λόγους για τους οποίους δεν ήρθε στα μαθήματα,έτσι ώστε να το κάνουν να νιώσει καλύτερα.

Συχνά, οι πυρήνες προσαρμόζουν κατά ένα ποσοστό τη λειτουργία τους στις ανάγκες των παιδιών. Το El Sistema έχει πλέον μια σειρά από συγκεκριμένους κανόνες, που μέσα στα χρόνια λειτουργίας του, έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικοί. Για παράδειγμα, σε μουσικό επίπεδο, οι υπεύθυνοι του προγράμματος έχουν βρει ότι είναι καλύτερα να επιλέγουν την απλούστερη δυνατή ενορχήστρωση, έτσι ώστε να παίζουν μαζί όλα τα παιδιά και να βγάζουν πολύ δυνατό ήχο.

Βεβαίως, η ενορχήστωση αλλάζει όσο τα παιδιά ανεβαίνουν επίπεδο. Όμως ο δυνατός ήχος που παράγεται από πολλά όργανα που παίζουν μαζί παραμένει. Όπως λέει ο διευθυντής της ορχήστρας νέων Simon Bolivar, Gustavo Dudamel, «όταν παίζουμε για παράδειγμα την Πέμπτη του Beethoven, η Πέμπτη γίνεται το πιο μεγάλο και πιο σημαντικό ζήτημα του κόσμου». Οι ορχήστρες ασχολούνται με τα έργα των γνωστών και μεγάλων κλασικών συνθετών αλλά και με πολλά έργα από το ρεπερτόριο των συνθετών της Λατινικής Αμερικής, που είναι άλλωστε και πολύ πιο κοντά στους ήχους που έχουν τα παιδιά στο αυτί τους από τη στιγμή που γεννήθηκαν.

Το πρόγραμμα συνεργάζεται πολύ στενά με τους γονείς των παιδιών. Όταν ένα παιδί γίνει δύο ή τριών ετών, οι υπέυθυνοι του προγράμματος συναντούν τους γονείς του και τους εξηγούν όλες τις λεπτομέρειες και τις δυσκολίες που μπορεί να συναντήσουν. Όταν τα παιδιά παίρνουν τα πρώτα τους όργανα, οι δάσκαλοι μιλούν στους γονείς για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να συμπεριφέρονται στα παιδιά και να τα ενθαρρύνουν στη μελέτη τους.

Από τη στιγμή που ένα παιδί αποφασίζει να μπει σε μια ορχήστρα, παίρνει υποτροφία. Αυτό αποτελεί τιμή για την οικογένειά του αλλά έχει και πρακτική αξία: το παιδί δεν θα χρειαστεί πλέον να φύγει από το πρόγραμμα επειδή πρέπει να δουλέψει. Το El Sistema ξεκίνησε περισότερο από αγάπη στα παιδιά και λιγότερο από αγάπη στη μουσική. Η έμφαση βρίσκεται στην ανάπτυξη της κοινότητας και στην αλληλεγγύη. Οι δάσκαλοι, οι μαθητές και οι γονείς βρίσκονται σε μια ατμόσφαιρα αλληλοσεβασμού και αγάπης που τους κάνει να νιώθουν ασφαλείς και ευτυχισμένοι.

den-einai-orxistra-epanastasi
Μέσα σε μια χώρα που πέρασε πολύ δύσκολες στιγμές, το να νιώθει κανείς ότι κρατάει τη ζωή του στα χέρια του είναι πολύ θετικό πράγμα. Και τα παιδιά του El Sistema όχι μόνο νιώθουν ότι μπορούν να ζήσουν όσο όμορφα θέλουν, αλλά και ότι μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο. Η αναγνώριση Οι περισσότερο παγκόσμιοι οργανισμοί έχουν αναγνωρίσει το El Sistema ως ένα σπουδαίο κοινωνικό πείραμα στο βαθμό που κατόρθωσε να μειώσει τη φτώχεια και να ανεβάσει το μορφωτικό επίπεδο του λαού της Βενεζουέλας. Ταυτόχρονα όμως, αποτελεί κι ένα σπουδαίο πρόγραμμα εκμάθησης μουσικής.

Χώρες όπως η Αργεντινή, η Αυστραλία, η Βολιβία, η Βραζιλία, ο Καναδάς, η Κόστα Ρίκα, η Κούβα, το Εκουαδόρ, το Περού, η Σκοτία και πολύ πρόσφατα οι περισσότερες πολιτείες της Βόρειας Αμερικής, θέλησαν να το δοκιμάσουν. Ίσως κανείς δεν περίμενε πριν από μερικά χρόνια ότι μια χώρα που έχει περάσει από δεκάδες μεγάλα προβλήματα, όπως η Βενεζουέλα, θα μπορούσε να αποτελέσει πρότυπο για τόσες χώρες.

Σε καθαρά μουσικό επίπεδο, νέοι που ξεκίνησαν μέσα από το El Sistema βρέθηκαν μέσα στα χρόνια σε μερικές από τις καλύτερες ορχήστρες σε ολόκληρο τον κόσμο. Όμως και η κεντρική ορχήστρα του προγράμματος, η ορχήστρα νέων Simon Bolivar, λογίζεται σήμερα ως μία από τις σημαντικότερες. Μεγάλη συμμετοχή σε αυτή την εξέλιξη έχει και ο Gustavo Dudamel, ο διευθυντής της ορχήστρας, που ξεκίνησε κι αυτός ως ένας σπουδαστής του προγράμματος.

Ο Dudamel γεννήθηκε το 1981 σε οικογένεια μουσικών. Ο πατέρας του ήταν τρομπονίστας και η μητέρα του δασκάλα ωδικής. Το κύριο όργανό του ήταν το βιολί αλλά πολύ γρήγορα, στα δεκατέσσερα μόλις χρόνια του, άρχισε να σπουδάζει διεύθυνση ορχήστρας με δάσκαλο μάλιστα τον ίδιο τον Jose Antonio Abreu. Ο Dudamel άρχισε να κερδίζει τον ένα διαγωνισμό μετά τον άλλο και πολύ γρήγορα η αξία του αναγνωρίστηκε από μαέστρους όπως ο Claudio Abbado και ο sir Simon Rattle. Έχει ηχογραφήσει τέσσερις δίσκους με την ορχήστρα νέων Simon Bolivar και αρκετούς ακόμη με άλλες ορχήστρες.

Από τον περασμένο Σεπτέμβριο είναι διευθυντής της Φιλαρμονικής του Los Angeles, με την οποία ερμήνευσε στην εναρκτήρια βραδιά την Πρώτη συμφωνία του Gustav Mahler, έργο που ηχογραφήθηκε και κυκλοφόρησε σε dvd αλλά και μέσω του i-tunes. Φυσικά, ο Dudamel δεν εγκατέλειψε την ορχήστρα νέων Simon Bolivar, με την οποία θα συνεχίσει να εμφανίζεται σε ολόκληρο τον κόσμο.

Η ορχήστρα έχει προκαλέσει το ενδιαφέρον των μεγαλύτερων φεστιβάλ κι έχει εμφανιστεί στις περισσότερες πόλεις της Ευρώπης και της Αμερικής, όχι μόνο επειδή αποτελεί το προϊόν ενός τόσο σημαντικού κοινωνικού πειράματος, αλλά και γιατί είναι ένα από τα πιο δυναμικά μουσικά σύνολα.

Σε μια κοινωνική πραγματικότητα που κάνει τους ανθρώπους να απομονώνονται όλο και περισσότερο, σε έναν κόσμο όπου η καχυποψία έχει αντικαταστήσει τη διάθεση για επικοινωνία, η ορχήστρα νέων Simon Bolivar αποδεικνύει ότι μπορεί να υπάρξει μια διαφορετική προοπτική. Για να νιώσει κανείς πόση χαρά μπορεί να κρύβει η αγάπη για τη μουσική και πάνω απ’ όλα πόση ελπίδα μπορεί να έχει το να μοιράζεσαι αυτή την αγάπη, δεν έχει παρά να τους ακούσει να ερμηνεύουν το Danzon No 2 του Arturo Marquez.

Ή ακόμη περισσότερο, να τους δει, ενώ είναι σκυμμένοι πίσω από τις παρτιτούρες τους, να σηκώνονται όρθιοι στο εκρηκτικό φινάλε. 








Οι μοναχικοί άνθρωποι...

Είναι και αυτοί οι μοναχικοί άνθρωποι... 
δίπλα σου... 
Που ίσως ποτέ δεν θα μάθεις. 
Το αξόδευτο περίσσιο μέσα τους...

Να θυμόμαστε...




Ότι υπάρχουν παιδιά που γυρίζουν απ’ το σχολείο και βρίσκουν άδειο ψυγείο. Παιδιά με γονείς ανέργους. Παιδιά χωρίς θέρμανση. Ή και χωρίς ρεύμα. Παιδιά που αναγκάζονται να γίνουν «γονείς των γονιών τους», που βρίσκονται στα πρόθυρα «παραίτησης» ή κατάθλιψης. Τα οποία παιδιά, εν μέσω όλων αυτών, προσπαθούν… για τη ζωή τους, σχεδόν ολομόναχα.

Και ότι αυτά τα παιδιά δικαιούνται, αν μη τι άλλο, να μην ακούν τηλεοπτικά σποτ, που λένε ότι το ένα παιδί δεν κατάφερε τίποτα, στις περιβόητες Πανελλαδικές, επειδή δεν πήγε στο τάδε ή δείνα φροντιστήριο.

Να θυμόμαστε ότι κανείς δεν δικαιούται να περνάει άμεσα ή έμμεσα μηνύματα, πως το τι θα καταφέρει ένας άνθρωπος, είναι προκαθορισμένο, απ’ την τσέπη των γονιών του.

Και ας ξεκολλήσουμε επιτέλους σαν κοινωνία απ’ το να μετράμε την αξία των ανθρώπων με βάση τα πτυχία τους, τα φροντιστήρια τους και τις περγαμηνές τους.

Και ας μη μασάνε τα παιδιά. Περάσουν δεν περάσουν. Μόρφωση μπορείς να βρεις αν το θελήσεις. Και παιδεία. Και έξω από τα Πανεπιστήμια. Κυρίως απ’ έξω.

Και να θυμόμαστε :
Όσο ζούμε σε ταξικές κοινωνίες, η «επιτυχία» ανήκει στους ολίγους.
Εμείς όμως, πάντοτε την ευτυχία κυνηγούσαμε…

Εκείνοι που κάνουν τον κόσμο πιο φωτεινό..


Άνθρωποι που έχουν μια αγκαλιά που όταν ανοίγει, μπορεί να αγκαλιάσει τον κόσμο όλο!

Τους ξεχωρίζεις από το βλέμμα.

Το χαμόγελο φαίνεται να έχει μετατοπιστεί από το νότιο στόμα τους εκεί, μέσα στα μάτια. Δε στρέφεται στον ουρανό, μα στέκεται στα γήινα και πονεμένα. Βουρκώνει, ενώ η ψυχή χαμογελάει σε κάθε βασανισμένο “ευχαριστώ” που θα τους απευθύνουν.

Μπορεί να δουλεύουν για τρεις κι εξήντα, μπορεί οι τσέπες τους να είναι τρύπιες, αλλά η καρδιά παραμένει γεμάτη. Έχουν μια αγκαλιά που όταν ανοίγει, μπορεί να αγκαλιάσει τον κόσμο όλο, τους γνωστούς και τους αγνώστους, τους φτωχούς κι αδικημένους, κάθε αδέσποτο γατί και σκυλί που θα το φέρει η μοίρα στο διάβα τους.

Ποτέ δεν θέλησαν να αλλάξουν τον κόσμο, ήταν πολύ απασχολημένοι με τις σκέψεις και τα χαμογελαστά απογεύματα. Τα όνειρα να φτιάξουν τον εαυτό τους με τρόπο που θα υπηρετεί τους άλλους. Όχι τα αφεντικά και τους δυνατούς, αλλά εκείνους που έχουν ανάγκη ένα ξένο χέρι να τους χτυπήσει φιλικά τον ώμο.

Είναι αδέρφια των κατατρεγμένων. Έμαθαν από μικροί να παραχωρούν τη θέση τους στους γηραιότερους, την ώρα των ασφυκτικών πηγαινέλα του αστικού λεωφορείου.
Να δίνουν τα ψιλά τους στους κουρελιασμένους ταλαίπωρους που κάθονταν στις γωνιές της πόλης, γονατισμένοι από τη φτώχεια και τη ζωή.

Να κουβαλάνε τις τσάντες των γιαγιάδων έξω από το σούπερ μάρκετ μέχρι την πόρτα του σπιτιού τους, μα να φεύγουν δίχως να απολαύσουν το ευχολόγιο.

Να ζυγίζουν καταστάσεις και να επιλέγουν αυτό που θα κάνει την ψυχή τους πιο ανάλαφρη. Όχι για να κερδίσουν μια θέση στον αμφίβολο ουρανό, αλλά για να κοιμούνται τις νύχτες με τη σκέψη ότι έκαναν εκεί έξω κάποιον λιγότερο δυστυχισμένο.

Κάποιοι είναι καλλιτέχνες. Κάποιοι άλλοι είναι οι ίδιοι το έργο τέχνης που έπλασε η καρδιά τους. Απελπίζονται με την αδικία και τη μάχονται ανεξαρτήτως πολιτικών πεποιθήσεων.

Δεν γκρινιάζουν για τη βροχή, ούτε προσδοκούν τα καλοκαίρια. Τα φθινόπωρα ανασαίνουν με όλη τους τη δύναμη το νοτισμένο χώμα μέχρι να ματώσει η μύτη. Το χειμώνα περπατούν με βήμα χορευτικό μέσα στο χιονιά και γελάνε δυνατά όταν οι νιφάδες λιώνουν στο πρόσωπό τους.

Την άνοιξη γεμίζουν τα μπαλκόνια γλάστρες και μέσα από το φύλλωμα βρίσκουν τη θέα τους στον ακάλυπτο της πολυκατοικίας σχεδόν μαγική. Τα καλοκαίρια μαζεύουν κοχύλια και τα χαρίζουν στα παιδιά της γειτόνισσας. Συνεννοούνται με τα παιδιά καλύτερα από όσο με τους ενήλικες.

Οι παλάμες τους είναι μαγεμένες. Αγγίζουν και γιατρεύουν, χαϊδεύουν και δίνουν κουράγιο, χτυπάνε στην πλάτη κι ενθαρρύνουν προσπάθειες. Έχουν δυο χέρια, το ένα μονίμως προτεταμένο σε όποιον το καλεί από ανάγκη.

Έχουν και φτερά. Αν ήθελαν θα τα άνοιγαν να ταξιδέψουν πρόωρα σε ένα κόσμο που τους ταιριάζει περισσότερο, αλλά έχουν πολλή δουλειά εδώ. Όρισαν για τον εαυτό τους μια αποστολή.

Να σιδερώνουν τσαλακωμένες αξιοπρέπειες, να σπέρνουν δεξιά κι αριστερά ακριβοθώρητα χαμόγελα, να φτιάχνουν ένα ξέφωτο που όλοι θα ήθελαν να ξαποστάσουν γυρνώντας από τη δουλειά.

Ζούν ανάμεσά μας. Άμα τους πετύχετε εκεί έξω, μην απορήσετε. Μη νιώσετε αμηχανία. Μην τους αποκαλέσετε κορόιδα. Μην τους προτείνετε συνεργασία. Η σωτηρία της ψυχής είναι μια μοναχική διαδικασία, παρότι κουβαλάει στις πλάτες της όλη την οικουμένη.

Μόνο γίνετε κι εσείς ένας από αυτούς, γιατί όταν τους φτάσουμε, τότε ο παράδεισος θα εγκατασταθεί επί γης.

Γράφει η Τίνα Παπαβασιλείου
Πηγή: anapnoes.gr

Για να είσαι καλός άνθρωπος...

Δεν χρειάζεται να ανήκεις σε κάποια θρησκεία για να είσαι καλός άνθρωπος, αν δεν μπορείς να ξεχωρίσεις το σωστό από το λάθος, τότε δεν είναι η θρησκεία που σου λείπει αλλά η νοημοσύνη....

Λατρεύω την αγάπη...

Λατρεύω την αγάπη, γιατί με κάνει να σκέφτομαι.
Λατρεύω τη σκέψη, γιατί με οδηγεί στην πράξη.
Λατρεύω την πράξη γιατί με κάνει ελεύθερο
να σκέφτομαι και ν’ αγαπώ.

~Μάνος Χατζιδάκις~

ΚΑΛΗΣΠΕΡΑ

Πως να ζωγραφίσω τον κόσμο των ονείρων μου??
Πως θα δείχνει άραγε με χρώμα μια όμορφη ζωή????

Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2016

“Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ” Γεώργιος Σουρής

ΕΠΙΚΑΙΡΟΣ ΟΣΟ ΠΟΤΕ..!
“Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ”
Γεώργιος Σουρής
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Σουλούπι, μπόι, μικρομεσαίο, ύφος του γόη, ψευτομοιραίο.
Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης, λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.
Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι, κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προσπάππου κι από παππού
συγχρόνως μπούφος και αλεπού.
Θέλει ακόμα - κι αυτό είναι ωραίο - να παριστάνει τον Ευρωπαίο.
Στα δυο φορώντας τα πόδια που 'χει
στο 'να λουστρίνι, στ' άλλο τσαρούχι.
Και ψωμοτύρι και για καφέ, το ''δε βαριέσαι'' κι ''ωχ αδερφέ''.
Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς, σαν πιάσει πόστο: Δερβεναγάς.
Δυστυχία σου, Ελλάς, με τα τέκνα που γεννάς.

Γεώργιος Σουρής
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Σαν σήμερα το 1919 πέθανε ο σατιρικός ποιητής, δημοσιογράφος και εκδότης Γεώργιος Σουρής
Έλληνας σατιρικός ποιητής, δημοσιογράφος και εκδότης, πολύ δημοφιλής στο κοινό της εποχής του, κυρίως χάρη στην εβδομαδιαία εφημερίδα Ο Ρωμηός, την οποία εξέδιδε από το 1883 έως το 1918.

Ο Γεώργιος Σουρής γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου στις 2 Φεβρουαρίου 1853. Ο πατέρας του με καταγωγή από τα Κύθηρα ήταν έμπορος (η μητέρα του καταγόταν από τη Χίο) και τον προόριζε για κληρικό, αλλά για οικονομικούς λόγους αναγκάστηκε να τον στείλει υπάλληλο στο κατάστημα ενός Έλληνα σιτεμπόρου στο Ταϊγάνιο (Ταγκανρόγκ) της Ρωσίας. Ήταν πάντα αφηρημένος γιατί δεν του άρεσε το εμπόριο και γέμιζε τα κατάστιχα με στίχους που έγραφε κρυφά.
AdTech Ad

Γύρισε στην Ελλάδα το 1879 και γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Για τα προς το ζην εργαζόταν ως γραφέας σ’ ένα συμβολαιογραφείο και παράλληλα έγραφε ποιήματα και συνεργαζόταν με σατιρικές εφημερίδες της εποχής: Ασμοδαίος του Εμμανουήλ Ροΐδη, Μη χάνεσαι! του Βλάσση Γαβριηλίδη και Ραμπαγάς του Κλεάνθη Τριανταφύλλου. Το 1881 νυμφεύτηκε τη χιώτισσα Μαρή Κωνσταντινίδου, με την οποία απέκτησε τέσσερεις κόρες κι ένα γιο, τον Κρίτωνα Σουρή, ανώτερο τραπεζικό υπάλληλο και ποιητή.
Στις 2 Απριλίου 1883 εξέδωσε τον Ρωμηό, μια εβδομαδιαία έμμετρη τετρασέλιδη σατιρική εφημερίδα, την οποία έγραφε εξ’ ολοκλήρου. «Νονός» του τίτλου ήταν ο ποιητής Γεώργιος Δροσίνης. Ο Σουρής διέκοψε την έκδοση της εφημερίδας τον Αύγουστο, για να δώσει τις εξετάσεις του στο πανεπιστήμιο. Απορρίφθηκε, όμως, στη μετρική «μετά πολλών επαίνων», όπως έλεγε ο ίδιος, από τον καθηγητή Σεμιτέλο, τον οποίο έκανε αργότερα πασίγνωστο στο Πανελλήνιο με τους σατιρικούς του στίχους.

Τον Ιούνιο του 1884 ξανάβγαλε τον Ρωμηό και τον συνέχισε χωρίς διακοπή έως το 1918. Ο ίδιος ανήγγειλε την αποτυχία του και την επανέκδοση του Ρωμηού ως εξής:
Μετά μεγάλης μου χαράς, στους φίλους αναγγέλλω,
πως εξετάσθην, των θυρών ερμητικώς κλεισμένων,
στον πολυγένη Φιντικλή και τον σπανό Σεμτέλο
και απερρίφθην μυστικά, μετά πολλών επαίνων!
Λοιπόν και πάλιν, Έλληνες, αρχίζομε σαν πρώτα,
πάλι «Ρωμηός» και ξάπλωμα, πάλι ζωή και κόττα!..
Ο Ρωμηός αγαπήθηκε πολύ από τον λαό και διαβαζόταν άπληστα από τον ελεύθερο και υπόδουλο ελληνισμό. Για 36 χρόνια και οκτώ μήνες κυκλοφορούσε τακτικά κάθε Σάββατο και έκανε δημοφιλή τον Σουρή. Ο Φασουλής και ο Περικλέτος («ο καθένας νέτος σκέτος»), οι δύο λαϊκοί τύποι που δημιούργησε, σχολίαζαν με εύθυμη διάθεση και πνευματώδη δηκτικότητα τα σπουδαιότερα γεγονότα της εβδομάδας. Οι δυο ήρωές του εκπροσωπούσαν την κοινή γνώμη και το αναγνωστικό κοινό του Ρωμηού χαιρόταν το κέφι, την εξυπνάδα και τον πατριωτισμό τους. Τα θέματα της σάτιρας του Σουρή ήταν κοινωνικά και πολιτικά.
Εκτός από το Ρωμηό, ο Σουρής έγραψε κι άλλα ποιήματα, έμμετρες κωμωδίες και ημερολόγια. Μετέφρασε τις Νεφέλες του Αριστοφάνη, που παίχτηκαν με μεγάλη επιτυχία στο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών το 1900. Έγραψε τόσους στίχους, που απορούσε και ο ίδιος για την ποιητική του γονιμότητα:

Τους στίχους που τους έγραψα, φτου να μην τους βασκάνω
και τώρα τους ξαναμετρώ μέσα στην τόση ζέστη,
αν ημπορούσα δίλεπτα μονάχα να τους κάνω
θάχα κι αμπέλια στην Βλαχιά, σπίτια στο Βουκουρέστι.
Είχε εξαιρετική ευκολία στη στιχουργία, ιδιοφυΐα στην εύρεση του κωμικού, αδιάπτωτο κέφι και καλοπροαίρετη σατιρική διάθεση. Χτυπώντας τη φαυλότητα όπου την έβρισκε και στο λαό και στους άρχοντες νουθετούσε και δίδασκε, χωρίς να υβρίζει και να δημιουργεί εχθρούς.
Να πώς σατιρίζει το ρωμηό σ' ένα ποίημά του:
Στον καφενέ απέξω σα μπέης, ξαπλωμένος
Του ήλιου τις ακτίνες αχόρταγα ρουφώ
Και στων εφημερίδων τα νέα βυθισμένος
Κανένα δεν κοιτάζω, κανένα δεν ψηφώ.
Σε μια καρέκλα τόνα ποδάρι μου τεντώνω,
Το άλλο σε μιάν άλλη, κι ολίγο παρεκεί,
Αφήνω το καπέλο και αρχινώ με πόνο
Τους υπουργούς να βρίζω και την πολιτική!
Ψυχή μου! Τι λιακάδα! Τι Ουρανός! Τι φύσις!
Αχνίζει εμπροστά μου ο καϊμακλής καφές
Κι εγώ κατεμπνευσμένος για όλα φέρνω κρίσεις
Και μόνος μου τις βρίσκω μεγάλες και σοφές.
Η καλόκαρδη σάτιρα του Σουρή στρέφεται συχνά και στον ίδιο τον εαυτό του. Να μερικά τετράστιχα από το ποίημα Η ζωγραφιά μου:
Mπόι δυο πήχες,
κόψη κακή,
γένια με τρίχες
εδώ κι εκεί.
Kούτελο θείο,
λίγο πλατύ,
τρανό σημείο
του ποιητή.
Δυο μάτια μαύρα
χωρίς κακία
γεμάτα λαύρα
μα και βλακεία.
Mακρύ ρουθούνι
πολύ σχιστό,
κι ένα πηγούνι
σαν το Xριστό.
Πηγάδι στόμα,
μαλλιά χυτά
γεμίζεις στρώμα
μόνο μ' αυτά.
Mούρη αγρία
και ζαρωμένη,
χλωμή και κρύα
σαν πεθαμένη.
Kανένα χρώμα
δεν της ταιριάζει
και τώρ' ακόμα
βαφές αλλάζει.
Δόντια φαφούτη
όλο σχισμάδες,
ύφος τσιφούτη
για μαστραπάδες

Ο θαυμασμός των συγχρόνων του προς τον Σουρή υπήρξε πολύ μεγάλος. Ο Κωστής Παλαμάς τον αποκαλούσε «γόητα ποιητήν». Θεωρήθηκε ως ο «Νέος Αριστοφάνης», εθνικός ποιητής, προτάθηκε μάλιστα το 1906 για το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Ως άνθρωπος, ο ποιητής που έκανε επί δύο γενεές του Έλληνες να ευθυμούν, «ήταν ολιγόλογος, σοβαρός και μελαγχολικός την όψιν, άκακος ως αρνίον και πρότυπον καλού χριστιανού και οικογενειάρχου». Η γυναίκα του επέμενε πως είχε έξι παιδιά, συμπεριλαμβάνοντας και τον σύζυγό της, που καθώς «ήταν αδέξιος και ανέμελος» είχε πραγματική ανάγκη μητρικής στοργής και φροντίδας. Ονομαστό ήταν το φιλολογικό του σαλόνι, στο οποίο σύχναζαν όλοι οι ποιητές και συγγραφείς της εποχής του.
Ο Γεώργιος Σουρής πέθανε στο εξοχικό του στο Νέο Φάληρο στις 26 Αυγούστου 1919, σε ηλικία 66 ετών. Το πένθος για τον χαμό του ήταν πανελλήνιο και η κηδεία του έγινε δημοσία δαπάνη με τιμές στρατηγού. Μεταθανάτια του απονεμήθηκε το παράσημο του Ανώτατου Ταξιάρχη του Σωτήρος για τις υπηρεσίες του προς την πατρίδα. Το 1932 στήθηκε η προτομή του στον κήπο του Ζαππείου.
Πηγή: sansimera.gr
Read more: http://www.newsbomb.gr/…/san-simera-to-1919-pethane-o-satir…

Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2016

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ...

Ελευθερία σκέψης έχουμε.
Σκέψεις χρειαζόμαστε...

Η μοναξιά του δρομέα μεγάλων αποστάσεων...


«Run, rabbit, run, dig that hole, forget the sun»
Breathe, Pink Floyd

«Life is just what happens to you, while you ‘re busy making other plans»
Beautiful Boy, John Lennon

Δεν ζούμε, τρέχουμε.
Όλο τρέχουμε, κάτι να προλάβουμε, κάτι να κάνουμε, κάποιον να δούμε, κάτι να πληρώσουμε, κάτι να ακούσουμε, κάτι να μάθουμε, κάτι να διαβάσουμε, κάτι.
Απ’ τη στιγμή που ανοίγουμε τα μάτια μας μέχρι να τα κλείσουμε, τρέχουμε.
Ακόμα και τις στιγμές που ξεκουραζόμαστε, ακόμα και στον ελεύθερο χρόνο μας, ακόμα και τότε κάτι πρέπει να κάνουμε.
«Τι κάνεις;»
«Τίποτα»
(αυτή είναι η πιο ανησυχητική απάντηση)

«Τι κάνεις;»
«Τρέχω»
(αυτή είναι η πιο συνηθισμένη απάντηση)

~
Αν μείνεις για μια ώρα χωρίς να κάνεις τίποτα, απλώς κοιτώντας τον τοίχο ή το δέντρο απέναντι, αισθάνεσαι ενοχές.
Αν σε δουν να μένεις έτσι για μια ώρα, χωρίς να κάνεις τίποτα, απλώς κοιτώντας τον τοίχο ή το δέντρο απέναντι, θα σου προτείνουν αντικαταθλιπτικά.
Γιατί πέρα από τις δουλειές που πρέπει να κάνεις, πέρα από τα καθήκοντα σου, θα μπορούσες να αξιοποιήσεις αυτή την ώρα, διαβάζοντας, ακούγοντας μουσική, κάνοντας γυμναστική -αντί να χάνεις το χρόνο σου.
Λες και η ώρα του ρεμβασμού είναι χαμένη ζωή.
Λες και η υπόλοιπη ζωή, όπου όλο τρέχουμε κάτι να προλάβουμε, είναι κερδισμένη ζωή.

Ακόμα και τα παιδιά μας τα γαλουχούμε με το ιδανικό της άοκνης προσπάθειας.
Ερεθίσματα, ακόμα περισσότερα ερεθίσματα, καταιγισμός ερεθισμάτων από την κούνια, μην τυχόν και δεν ακούσει Μότσαρτ, μην τυχόν και δεν μιλήσει ως τα δύο, και περισσότερα ερεθίσματα μετά, και παιχνίδια εκπαιδευτικά και διάβασμα και μουσική προπαιδεία και εξωσχολικές δραστηριότητες και εποικοδομητικό παιχνίδι (λες και το παιχνίδι μπορεί να είναι κάτι άλλο) και dvd και τάμπλετ και κολυμβητήριο και δύο ξένες γλώσσες από νωρίς (γιατί τότε μαθαίνουν πιο εύκολα), τα παιδιά μας τρέχουν πίσω μας κι αυτά.
Τρέχουμε εμείς, τρέχουν και τα παιδιά μας.
Πρέπει πάντα να κάνεις κάτι, να μην «χάνεις τον καιρό σου», να μη σπαταλάς τον καιρό σου.
Όμως αυτή η άδεια ώρα είναι ανάγκη του ανθρώπου.
Όταν αφήνουμε τον νου μας να αδειάσει, τότε πλησιάζουμε περισσότερο τον πυρήνα μας.
Γιατί όλα όσα μάθαμε κι όλα όσα μαθαίνουμε, όλα όσα κάνουμε και όλα όσα τρέχουμε να προλάβουμε (all that you give, all that you deal, all that you buy -beg, borrow or steal), είναι ενδύματα του νου και όταν τον νου τον βαρυφορτώνεις τότε αυτός, αναπόφευκτα κάποια στιγμή, καταρρέει.
Οι ψυχικές ασθένειες είναι η πανδημία του σύγχρονου πολιτισμού. Κατάθλιψη, ψυχαναγκασμοί, φοβίες και κυρίως άγχος.
Γιατί τρέχουμε. Τρέχουμε να προλάβουμε τη ζωή και δεν καταλαβαίνουμε ότι η ζωή έχει μείνει πίσω.
Αυτό που κυνηγάμε είναι η fata-morgana των προσδοκιών που πρέπει να έχουμε.
Γιατί πρέπει να είμαστε επιτυχημένοι, πρέπει να έχουμε περισσότερα λεφτά, πρέπει να είμαστε καλλιεργημένοι-έξυπνοι-όμορφοι-γυμνασμένοι-αδύνατοι-χαρούμενοι-ευτυχισμένοι, πρέπει να έχουμε τα πιο έξυπνα παιδιά, και πρέπει να ξεπεράσουμε τους άλλους, να έχουμε περισσότερα λεφτά από τους άλλους, να είμαστε πιο καλλιεργημένοι-έξυπνοι-όμορφοι-γυμνασμένοι-αδύνατοι-χαρούμενοι-ευτυχισμένοι από τους άλλους…
Πρέπει να κάνουμε, πρέπει να είμαστε, πρέπει να έχουμε κάτι παραπάνω και κάτι παραπάνω και όλο τρέχουμε για να το έχουμε και όλο πασχίζουμε για να πετύχουμε αυτό το κάτι παραπάνω, αυτό το μεγάλο, και τελικά έρχεται μια στιγμή όπου καταλαβαίνεις ότι έχασες εκείνο το μικρό και «λίγο παρακάτω» που είχες.
Δεν απόλαυσες το σώμα σου και την νεότητα σου, γιατί πάντα ήθελες να είσαι πιο αδύνατος/η, πιο όμορφος/η, πιο sexy, πιο Μπραντ Πητ/Αντζελίνα Τζολί.
Όταν όμως είσαι ογδόντα χρονών και κοιτάς τις φωτογραφίες της νεότητας καταλαβαίνεις ότι ήσουν πιο όμορφος/η απ’ όσο πίστευες τότε.
Δεν απόλαυσες τον σύντροφο σου, γιατί διαρκώς γκρίνιαζε και δεν έβγαζε αρκετά λεφτά, και δεν ήταν αρκετά ρομαντικός-όμορφος-ερωτικός και γιατί δεν πρόλαβες να ασχοληθείς μαζί του, είχατε το Τρέξιμο.
Αλλά στα ογδόντα, όταν πια δεν θα τον έχεις δίπλα σου, νοσταλγείς τη γκρίνια του και τα ελαττώματα του και εκείνον τον χαζό τρόπο που σου έλεγε: «Ε, ναι, σ’ αγαπώ. Πάλι τα ίδια θα λέμε;»
Δεν απόλαυσες τα παιδιά σου, γιατί έπρεπε να τα στείλεις στον παιδικό σταθμό ώστε να μπορείς να τρέχεις για να τους προσφέρεις τα πάντα και έπρεπε να τα προετοιμάσεις για το νηπιαγωγείο, να τα στείλεις διαβασμένα στο δημοτικό, να τα στείλεις να μάθουν αγγλικά-γαλλικά-μουσική-θέατρο-μπαλέτο-υπολογιστές, και έπρεπε να διαβάζουν όλη μέρα για να περάσουν στο πανεπιστήμιο και μετά έφυγαν από το σπίτι πριν να το καταλάβεις.
Και στα ογδόντα σου, κοιτάς τις φωτογραφίες των παιδιών σου και καταλαβαίνεις ότι δεν πρόλαβες να τα αγκαλιάσεις όσο ήθελες, δεν πρόλαβες να παίξεις μαζί τους, γιατί έπρεπε να τρέχεις και έπρεπε να τρέχουν κι εκείνα.
Κοιτάς πίσω και καταλαβαίνεις ότι δεν πρόλαβες τίποτα.
Ούτε τους φίλους σου να δεις ούτε τους γονείς σου να καταλάβεις ούτε έρωτες να ζήσεις ούτε να χορέψεις ούτε να κάνεις αυτά που θεωρούσες σημαντικά όταν ήσουν παιδί.
Κι αυτό σου φαίνεται παράξενο. Όλο έτρεχες κι όμως δεν πρόλαβες.
Γιατί έτρεχες τότε; Για να πληρώσεις όλους τους λογαριασμούς; Μα ακόμα χρωστάς και νέοι λογαριασμοί έρχονται κάθε μέρα.
Και καταλαβαίνεις ότι έτρεχες για να επιβιώσεις.
Λυπάμαι που στο λέω, αλλά τώρα, στα ογδόντα, δεν έχεις χρόνο για τύψεις.
Έχεις λίγο χρόνο να ζήσεις ακόμα, μην τον χαραμίσεις σε τύψεις γι’ αυτά που δεν έζησες. Άλλωστε ο χρόνος πάντα έτσι είναι, λίγος, όσων χρονών και να είσαι.
Πάρε μια βαθιά ανάσα και άδειασε τον νου σου.
Μην τρέχεις πια. Στάσου!
Κι αν δεν είσαι ογδόντα, αν έχεις μικρά παιδιά, πιάστα απ’ το χέρι, αγκάλιασέ ‘τα, παίξε μαζί τους. Τόσο γρήγορα, πριν να το καταλάβεις, δεν θα θέλουν να τα κρατάς απ’ το χέρι, δεν θα είναι παιδιά.
Κι εσύ δεν θα είσαι νέος, ζωντανός για πολύ ακόμα. Ένα ανοιγόκλεισμα των ματιών διαρκεί η ζωή, όσο και να τρέχεις.
Στάσου! Πάρε μια ανάσα.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
(Ο τίτλος προέρχεται απ’ το διήγημα του Άλαν Σίλιτοου «Η μοναξιά του δρομέα μεγάλων αποστάσεων». Έγινε ταινία από τον Τόνι Ρίτσαρντσον, το 1962 και τραγούδι από τους Iron Maiden.)