Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2018
Σάββατο 7 Απριλίου 2018
ΠΑΣΧΑ ΣΗΜΕΡΑ & ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΜΟΝΑΧΟΙ
Μέρα χαράς για μικρούς και μεγάλους.
Ομως αρκετοί άνθρωποι νιώθουν μοναξιά, απογοήτευση και συναισθηματική απόσταση από τους άλλους. Αυτές τις μέρες, γεμίζει η ψυχή τους με έντονη θλίψη και δυστυχία.
Είναι οι άνθρωποι που ζουν μονάχοι, γιατί έτσι τα έφερε η ζωή.
Είναι οι ηλικιωμένοι που ζουν ξεχασμένοι σε κάποιο γηροκομείο.
Είναι οι άνθρωποι που έχασαν αγαπημένους... και η απουσία ενός αγαπημένου τις γιορτές είναι πιο αισθητή από τις καθημερινές και αυτόματα το γιορταστικό κλίμα μετατρέπεται σε πένθιμο.
Είναι εκείνοι που νοσηλεύονται σε κάποιο νοσοκομείο.
Είναι οι ανήμποροι που δυσκολεύονται να φροντίσουν τον εαυτό τους και δεν μπορούν να βγουν από το σπίτι τους.
Είναι οι άνεργοι που δεν έχουν ούτε ένα κέρμα στην τσέπη να πάρουν κάτι για την οικογένεια,ένα δώρο στα παιδιά τους.
Σήμερα ας αφήσουμε για λίγο την βολή μας και ας βρεθούμε σε χώρους που βρίσκονται άνθρωποι ...ΜΟΝΑΧΟΙ... Για ένα χαμόγελο, ένα σφίξιμο του χεριού, λίγη κουβέντα... είναι αρκετά από το τίποτα...
Ας αναλογιστούμε ΟΤΙ Η ΖΩΗ ΚΑΝΕΙ ΚΥΚΛΟΥΣ .....
Σοφία Γαβρά.
Κυριακή 25 Μαρτίου 2018
Το ξεχασμένο μυθιστόρημα του Ιουλίου Βερν για την Επανάσταση του 1821 που διασκεύασε ο Νίκος Καζαντζάκης
Ο Ιούλιος Βερν ήταν ένας από τους πιο διάσημους και πρωτοπόρους λογοτέχνες όλων των εποχών. Ένας «προφήτης» ο οποίος περιέγραψε τεχνολογικές ανακαλύψεις που θα γινόντουσαν χρόνια μετά. Ένας παρίας για πολλά χρόνια, της επίσημης κριτικής, που τον κατοχύρωσε ως συγγραφέα παιδικών βιβλίων.
Καλλιτέχνες όπως ο Ζαν Κοκτό, ο Ρεμπό, ο Ιονέσκο, ο Εξιπερί, σημαδεύτηκαν από τις αφηγήσεις του. Γεννήθηκε το 1828 και πέθανε το 1905. Και μέσα στο τεράστιο και πασίγνωστο έργο του, υπάρχει ένα μυθιστόρημα που κανείς σχεδόν, ειδικά στην Ελλάδα, δεν το θυμάται. Μία από τις τελευταίες του δουλειές, μια ιστορική περιπέτεια που εκδόθηκε το 1884, μόλις 11 χρόνια πριν τον θάνατό του και διαδραματίζεται στο Αιγαίο λίγο μετά την επανάσταση του 21.
«L’Archipel en Feu», δηλαδή «Το Αρχιπέλαγος στις Φλόγες» ή όπως μεταφράστηκε στα ελληνικά, «Το Αιγαίο στις Φλόγες». Ένα βιβλίο που διασκεύασε μεταφραστικά ανάμεσα σε άλλα του Βερν, ο Νίκος Καζαντζάκης.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Βερν σάλπαρε για την ελληνική θάλασσα. Ο περιβόητος Κάπτεν Νέμο, του Ναυτίλου και του «20.000 Λεύγες Κάτω από τη Θάλασσα» το είχε ήδη κάνει μέσα από τα γραπτά του συγγραφέα. Όμως είναι στο «Αιγαίο στις Φλόγες» που η Ελλάδα πρωταγωνιστεί, γύρω στο 1827 και με φόντο τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου. Με τις περιπέτειες του Νικόλα Στάρκου, καπετάνιου του πλοίου «Κάρυστος» που αποφασίζει να πάρει το μέρος των τουρκόφιλων πειρατών που λυμαίνονταν τη Μεσόγειο. Έχοντας αντίπαλο του τον φιλέλληνα Γάλλο Ερίκο Ντ’ Αλμπαρέ που έχει αναλάβει για λογαριασμό της ελληνικής κυβέρνησης να πολεμήσει τους πειρατές (έργο που στην πραγματικότητα είχε αναλάβει ο Μιαούλης).
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο μεταφραστής Δημήτρης Παντελόδημος στην εισαγωγή του, «στην πιο κρίσιμη περίοδο του 18ου αιώνα για την ελληνική εξωτερική πολιτική και τις αλυτρωτικές διεκδικήσεις, εξυμνώντας τη συμμετοχή των Φιλελλήνων στον Αγώνα του 21, ο Ιούλιος Βερν υπενθύμιζε στο αναγνωστικό κοινό το χρέος των Ευρωπαίων προς την κοιτίδα του δυτικού πολιτισμού. Έτσι η φωνή του ενώθηκε μαζί με εκείνες άλλων εκλεκτών εκπροσώπων της ευρωπαϊκής διανόησης που ανέστρεψαν το δυσμενές κλίμα και συνέβαλαν στην ανάκαμψη του Φιλελληνισμού με επίκεντρο τη διοργάνωση των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα το 1896″.
Τρίτη 6 Μαρτίου 2018
Ολος ο κόσμος σου σε μία βαλίτσα
Ολος ο κόσμος σου σε μία βαλίτσα... ίσως ζήτησες πολλά, ένα κομμάτι ουρανό, μια πατρίδα, να στεγάσεις τα όνειρα και τις ελπίδες σου, δεν ήξερες ότι αυτά είναι ακριβά για σένα μάτια μου? ίσως περίμενες πολλά γιατί απλά δεν ήξερες πόσο μικροί, δειλοί γίνονται οι άνθρωποι όταν νομίζουν ότι κινδυνεύουν να χάσουν αυτά που κατέχουν,.... την μόνη τους δύναμη...Αυτός ο κόσμος είναι γυάλινος, σπάει εύκολα και τα κομμάτια του πληγώνουν τους αδύναμους... κι εσύ έλαχες να είσαι ένας απ'αυτούς....
Gabriel Garcia Marquez, Αποχαιρετιστήρια Επιστολή.
φτιαγμένη από κουρέλια και μου χάριζε ένα κομμάτι ζωή,
ίσως να έλεγα όλα αυτά που σκέφτομαι,
αλλά σίγουρα θα σκεφτόμουν όλα αυτά που λέω εδώ..
Θα έδινα αξία στα πράγματα, όχι γι’ αυτά που αξίζουν,
αλλά γι’ αυτό που σημαίνουν.
Θα κοιμόμουν λίγο, θα ονειρευόμουν πιο πολύ,
γιατί για κάθε λεπτό που κλείνουμε τα μάτια, χάνουμε εξήντα δευτερόλεπτα φως.
Θα συνέχιζα όταν οι άλλοι σταματούσαν, θα ξυπνούσα όταν οι άλλοι κοιμόταν.
Θα άκουγα όταν οι άλλοι μιλούσαν,
και πόσο θα απολάμβανα ένα ωραίο παγωτό σοκολάτα!!
Αν ο Θεός μου δώριζε ένα κομμάτι ζωή,
θα ντυνόμουν λιτά, θα ξάπλωνα μπρούμυτα στον ήλιο,
αφήνοντας ακάλυπτο όχι μόνο το σώμα αλλά και την ψυχή μου..
Θεέ μου, αν μπορούσα, θα έγραφα το μίσος μου πάνω στον πάγο,
και θα περίμενα να βγει ο ήλιος.
Θα ζωγράφιζα μ’ ένα όνειρο του Βαν Γκογκ πάνω στα άστρα,
ένα ποίημα του Μπενεντέτι κι ένα τραγούδι του Σερράτ
θα ήταν η σερενάτα που θα χάριζα στη σελήνη.
Θα πότιζα με τα δάκρια μου τα τριαντάφυλλα,
για να νοιώσω τον πόνο από τα’ αγκάθια τους,
και το κοκκινωπό φιλί των πετάλων τους…
Θεέ μου, αν είχα ένα κομμάτι ζωή…
Δεν θα άφηνα να περάσει ούτε μια μέρα χωρίς να πω στους ανθρώπους ότι αγαπώ,
ότι τους αγαπώ.
Θα έκανα κάθε άνδρα και γυναίκα να πιστέψουν ότι είναι αγαπητοί μου,
και θα ζούσα ερωτευμένος με τον έρωτα.
Στους ανθρώπους θα έδειχνα πόσο λάθος κάνουν να νομίζουν ότι
παύουν να ερωτεύονται όταν γερνούν,
χωρίς να καταλαβαίνουν ότι γερνούν όταν παύουν να ερωτεύονται..
Στο μικρό παιδί θα έδινα φτερά, αλλά θα το άφηνα να μάθει μόνο του να πετάει.
Στους γέρους θα έδειχνα ότι το θάνατο δεν τον φέρνουν τα γηρατειά αλλά η λήθη.
Έμαθα πως όλοι θέλουν να ζήσουν στην κορυφή του βουνού,
χωρίς να γνωρίζουν ότι η αληθινή ευτυχία,
βρίσκεται στον τρόπο που κατεβαίνεις την απόκρημνη πλαγιά..
Έμαθα πως όταν το νεογέννητο σφίγγει στη μικρή παλάμη του,
για πρώτη φορά, το δάχτυλο του πατέρα του, το αιχμαλωτίζει για πάντα.
Να λες πάντα αυτό που σκέφτεσαι και να κάνεις πάντα αυτό που νοιώθεις..
Αν ήξερα ότι σήμερα θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ’ ‘έβλεπα να κοιμάσαι,
θα σ’ αγκάλιαζα σφιχτά και θα προσευχόμουν στον Κύριο
για να μπορέσω να γίνω ο φύλακας της ψυχής σου.
Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ’ έβλεπα να βγαίνεις από την πόρτα,
θα σ’ αγκάλιαζα και θα σου’ δινα ένα φιλί,
και θα σε φώναζα ξανά για να σου δώσω κι άλλα.
Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα άκουγα τη φωνή σου,
θα ηχογραφούσα κάθε σου λέξη για να μπορώ να τις ακούω ξανά και ξανά.
Αν ήξερα ότι αυτές θα ήταν οι τελευταίες στιγμές που σ’ ‘έβλεπα,
θα έλεγα “σ’ αγαπώ” και δεν θα υπέθετα, ανόητα, ότι το ξέρεις ήδη.
Υπάρχει πάντα ένα αύριο και η ζωή μας δίνει και άλλες ευκαιρίες
για να κάνουμε τα πράγματα όπως πρέπει,
αλλά σε περίπτωση που κάνω λάθος και μας μένει μόνο το σήμερα,
θα’ ήθελα να σου πω πόσο σ’ αγαπώ κι ότι ποτέ δεν θα σε ξεχάσω.
Το αύριο δεν το έχει εξασφαλίσει κανείς, είτε νέος είτε γέρος.
Σήμερα μπορεί να είναι η τελευταία φορά που βλέπεις τους ανθρώπους που αγαπάς.
Γι’ αυτό μην περιμένεις άλλο, καν’ το σήμερα,γιατί αν το αύριο δεν έρθει ποτέ,
θα μετανιώσεις σίγουρα για τη μέρα που δεν βρήκες χρόνο για ένα χαμόγελο,
μια αγκαλιά, ένα φιλί και ήσουν πολύ απασχολημένος για να κάνεις πράξη μια επιθυμία.
Κράτα αυτούς που αγαπάς κοντά σου,
πες τους ψιθυριστά πόσο πολύ τους χρειάζεσαι,
αγάπα τους και φέρσου τους καλά,
βρες χρόνο για να τους πεις “συγγνώμη”
“συγχώρεσε με”, “σε παρακαλώ”. “ευχαριστώ”
κι όλα τα λόγια αγάπης που ξέρεις.
Κανείς δεν θα σε θυμάται για τις κρυφές σου σκέψεις.
Ζήτα απ’ τον Κύριο τη δύναμη και τη σοφία για να τις εκφράσεις.
Δείξε στους φίλους σου τι σημαίνουν για σένα”.
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,
Ένας ύμνος για την αληθινή ζωή...και την αξία της...
Ένας ύμνος ...ένα άγγιγμα ψυχής, γι αυτούς που θέλουν, επιθυμούν και προσπαθούν ,να ρουφούν τη ζωή ,χωρίς να αναλώνονται άσκοπα...
Ένας ύμνος ,για τους υμνητές του Έρωτα....του Έρωτα για την ζωή την ίδια...
Μακριά από μικρότητες, ανασφάλειες και κομπλεξισμούς....
Μακριά από πλασματικές καταστάσεις...
Ένας ύμνος για την αξία του πολύτιμου χρόνου μας πάνω στη Γη ετούτη....
Σοφία Θεοδοσιάδη.
Τρίτη 27 Φεβρουαρίου 2018
Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2018
Πέμπτη 22 Φεβρουαρίου 2018
Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2018
Μην νοθεύεις το Ζεϊμπέκικο. Είναι ξέσπασμα ψυχής, όχι χορός.
Χέρια ανοιχτά, φλέβες πρησμένες και βλέμμα βαρύ. Η τελετουργία αρχίζει, ξεκινάει εκείνος ο μοναχικός χορός που σε βαπτίζει ξανά και σε εξαγνίζει από οτιδήποτε σε βάραινε.
Μέχρι τη στιγμή εκείνη δεν μιλούσες. Δεν αντιδρούσες, δεν μετείχες σε ότι και να συνέβαινε γύρω σου. Η μουσική έπαιζε δυνατά, ο κόσμος τραγουδούσε, τα χαρούμενα γλεντοτράγουδα διαδέχονταν το ένα το άλλο και η πίστα ήταν γεμάτη.
Εσύ όμως ήσουν αλλού, το σώμα σου ήταν εκεί. Το μυαλό σου ταξίδευε σε όλα όσα σου ανέβασαν αυτόν τον κόμπο στον λαιμό. Σε όλα εκείνα που σου στερούσαν το χαμόγελο. Το ποτήρι γέμιζε και άδειαζε μηχανικά και ένα επιφώνημα συνόδευε κάθε βαριά σου ανάσα, καθώς ο χρόνος ξεκινούσε και πάλι να μετράει αντίστροφα για τον επόμενο αναστεναγμό.
Το βλέμμα κενό. Πλανιόταν αόριστα στον χώρο. Στο τραπέζι, στο ποτό, στον κόσμο, στο πουθενά. Οι αισθήσεις σου είχαν αρχίσει να σε εγκαταλείπουν και οτιδήποτε κατάφερνε να σου τραβήξει με κάποιο τρόπο την προσοχή ήταν τουλάχιστον ενοχλητικό.
Ένα μικρό ευχάριστο διάλειμμα είχε ντύσει τις τελευταίες σου μέρες και τώρα ήσουν και πάλι εκεί. Στην ίδια κατάσταση με πριν, στο ίδιο το στέκι, με τα ίδια τραγούδια να παίζουν και τον ίδιο καημό να μην βρίσκει και πάλι έξοδο διαφυγής.
Ανοίγεις τα χέρια και αφήνεσαι.
Ένας προσωπικός μονόλογος ξεκινάει. Ο μόνος σου θεός είναι πλέον είναι ο ρυθμός, τα όγδοα. Κάθε σου κίνηση είναι και μια κατάθεση της πληγωμένης σου ψυχής, του ρημαγμένου σου “εγώ”.
Πρόκειται για μια αναμέτρηση με τον ίδιο σου τον εαυτό, τις ίδιες σου τις επιλογές… Τα λάθη σου, τα πάθη σου και τον καημό σου.
Κάθε σου κίνηση, κάθε σου βήμα και κάθε σου κύτταρο συντελεί σε αυτή την ανείπωτη – εσωτερική προσευχή.
Με μάτια υγρά, χείλη δαγκωμένα, περίσσια ζάλη και αμέριστο νταλκά ξορκίζεις σε κάθε στροφή κι έναν σου δαίμονα. Σε κάθε σου βήμα κι ένα σου λάθος.
Κάθε πενιά είναι κι ένας αναστεναγμός, κάθε νεκρός χρόνος και μια λύτρωση.
Είναι το παράπονο αυτό που πηγάζει από την άρνησή σου να ενταχθείς στις τάξεις των πραγμάτων που άλλοι δημιούργησαν για εσένα.
Λίγο – λίγο, αργά – αργά και σταθερά εναποθέτεις σε ελάχιστα τετραγωνικά όλο σου το “είναι”, όλη σου την φλόγα, όλο σου τον πόνο.
Αυτό είναι το Ζεϊμπέκικο.
Ο αρχαϊκός Θρακιώτικος χορός που μεταφέρθηκε από τους Ζεϊμπέκηδες στην Μικρά Ασία και επανήλθε στην Ελλάδα από τους πρόσφυγες του 1922 μετά την κατάρρευση του Ελληνικού μετώπου.
Δεν πρόκειται για κάποια τυποποιημένη σειρά φλύαρων – ασύστατων βημάτων με τα οποία ορισμένοι ντύνουν σκηνικά κάποιο παλιό λαϊκό τραγούδι ερχόμενοι στο “τσακίρ κέφι”.
Ουδεμία σχέση έχει με οποιαδήποτε “παράσταση” υποβιβάζει έναν από τους αρχαιότερους και ιστορικότερους Ελληνικούς χορούς σε κάποια ανούσια γυμναστική επίδειξη αδαημοσύνης και ασυναρτησίας.
Το Ζεϊμπέκικο είναι τρόπος έκφρασης και εκφοράς όσων δεν λέγονται.
Εν τη γενέσει του ενσάρκωνε το παράπονο και τη νοσταλγία. Τον θρήνο και την πίκρα για όσα έμειναν πίσω.
Κατά πολλούς είναι η σωματική έκφραση της ήττας. Φανερώνει την δύναμη της ψυχής και την αδυναμία του σώματος.
Δεν διδάσκεται, δεν υπάρχουν προκαθορισμένες κινήσεις. Πηγάζει από μέσα σου. Κάθε κίνηση και κάθε φιγούρα είναι προσωπική και μοναδική.
Είναι μια από από τις ελάχιστες διασωθείσες αξίες του απόδημου Ελληνισμού. Θυμίζει κάτι από τα παλιά. Κάτι από τη “Μεγάλη Ελλάδα” και τους παλιούς τους Έλληνες. Είναι μια απόδειξη πως ακόμα δεν χάθηκαν όλα, πως πάντα υπάρχει ελπίδα.
Μην το αγγίζεις λοιπόν. Αν δεν ξέρεις τι πρεσβεύει, ποια είναι η ιστορία του και πως χορεύεται κάθισε στην καρέκλα και άσε το τραγούδι αυτό που τόσο σε εκφράζει να σε ταξιδέψει νοερά.
Σεβάσου το, μην το αλλοιώνεις.
Σε μια εποχή που ο κόσμος χάνεται, που η ζωή καταρρέει και οι αξίες ξεθωριάζουν, ας μην συμπεριλάβουμε και το Ζεϊμπέκικο στην λίστα των χαμένων αξιών του Ελληνικού πολιτισμού.
Γράφει ο Παντελής Χατζηκυριάκου
Σάββατο 17 Φεβρουαρίου 2018
Η αποκριά ... αγαπημένο θέμα του Σουρή
Η αποκριά ήταν αγαπημένο θέμα του Σουρή, ο οποίος κάθε χρονιά γέμιζε τις σελίδες της τετρασέλιδης, σατιρικής εφημερίδας του (Ο Ρωμηός) με στίχους, που είτε σατίριζαν την επικαιρότητα της εποχής στο πλαίσιο μιας υποτιθέμενης μασκαράτας είτε καυτηρίαζαν τις συμπεριφορές του Έλληνα, που παραδινόταν στο μεθύσι των εορτασμών.
Κάποιες στροφές που δημοσιεύτηκαν - ανάμεσα σ' άλλες - στο Ρωμηό στις 27.01.1901.
Είσοδος του μεγάλου μασκαρο-Καρνάβαλου
Περιούσιε λαέ μου, που προς χάριν μου βροντάς,
θεονήστικος χορεύεις, θεονήστικος γλεντάς.
Δείχνεις πάλι τόσο κέφι...
πού στο διάβολο το βρίσκεις!...
ο λιμός σε καλοτρέφει
κι έχεις μάγουλα παιδίσκης.
Περιούσιε λαέ μου, την κακή μου, την κακή σου...
κάθε τόσο τσαμπουνάς
πως λιμώττεις και πεινάς,
κι όμως δίνεις για τα γλέντια και το τρύπιο το βρακί σου.
Περιούσιε λαέ μου, λες πως πάσχεις ολοένα,
κι όμως χάνεσαι για μένα,
κι ενώ σκούζεις κουρελής,
με γενναίας προσφοράς
και μ' εράνους δαψιλείς
βγαίνεις πρώτος μασκαράς.
Ω λαέ των κωφαλάλων,
που συχνά παραπονείσαι,
μόνο για των Καρναβάλων
τους θριάμβους συγκινείσαι.
Ξεφωνίζεις πως σε ρεύουν, πως των φόρων σ' έχουν σκλάβο,
μα πού βρίσκεις τους παράδες
για να κάνεις μασκαράδες
δεν μπορώ να καταλάβω.
Βέβαια, ο Σουρής εμπνεόταν από την Αποκριά και πριν ακόμη αρχίσει να εκδίδει την εφημερίδα του. Οι παρακάτω στοίχοι προέρχονται από ποιήμά του, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Μη Χάνεσαι στις 3 Φεβρουαρίου 1882. Ο ποιητής ήταν πολύ αυστηρός με τους συγχρόνους του - περισσότερο απ' ό,τι στο προηγούμενο ποίημα - εκπέμποντας μάλλον μια αποστροφή για τα καρναβαλικά έθιμα.
ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ
Τι θέλει ο λαός αυτός ο αποβλακωμένος,
που μασκαράς ξεκάλτσωτος εβγήκε στο σεργιάνι,
κι εδώ κι εκείθε πιλαλά καταμουντζουρωμένος;
Δεν θέλει τίποτα, καλό μουντζούρωμα του φθάνει
Μουντζούρα για τη μούρη του και άλλο δεν γυρεύει,
ο ίδιος μασκαρεύεται αντί να μασκαρεύει.
Ποτέ τους Κυβερνήτας του δεν θέλει να πειράξει,
κι αν κάποτε με τ' όνομα του κλέφτη τους στολίζει,
όμως ως κάτω χαιρετά του κλέφτη το αμάξι,
και με τα δυο του γόνατα εμπρός του γονατίζει.
Έπειτα ο κυρίαρχος έχει κι αυτή τη χάρη,
να τρέμει για τη φυλακή, να φεύγει το στιλιάρι.
Μπορεί να μουντζουρώνεται με τιγανιού μουντζούρα,
να γίνεται και γάδαρος, να σέρνεται, να σέρνει,
αλλ' όχι να φορεί ποτέ και άρχοντος φιγούρα....
δεν αγαπά να δέρνεται, δεν αγαπά να δέρνει.
Αφού αφήνει φανερά καθένας να τον κλέβει,
τι θα κερδίσει τάχατε και αν τους μασκαρεύει;
Για δέτε τι ξεκάλτσωτοι, για δέτε τι μουντζούρα!
για δέτε κι έναν απ' εδώ με μια κοντή βελάδα,
για δέτε κι άλλον απ' εκεί με ψεύτικη καμπούρα...
Μπορεί κανείς να μη γελά σε τόση εξυπνάδα;
Γελά ο τάδε κύριος κι η δείνα η κυρία,
μα ξεκαρδίζομαι κι εγώ από την... αηδία.
Παρασκευή 16 Φεβρουαρίου 2018
Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου 2018
Τετάρτη 14 Φεβρουαρίου 2018
Ο πάππους μου δε μίλαε πολύ
Ο πάππους μου δε μίλαε πολύ. Βασικά, δε μίλαε καθόλου. Η μάνα μου έλεε πως ο πάππους μου καθότανε όλη μέρα σα ξόανο. Όταν ήμουνα πιο μικρός, νόμιζα πως δε μας συμπαθεί. Τώρα όμως που μεγάλωσα λίγο, δεν είμαι και τόσο σίγουρος.
Ο πάππους μου γεννήθηκε το 1898. Πολέμησε στη Μικρά Ασία και έφτασε ως το Σαγγάρειο ποταμό. Όταν επέστρεψε, άνοιξε στη Χώρα μια κρασοταβέρνα.
Ήτανε από τα πρώτα μέλη του κομμουνιστικού κόμματος στην Κέρκυρα, και ίδρυσε την οργάνωση των κομμουνιστών στο χωριό. Ο Μεταξάς τονε φυλάκισε και δεν έμαθα τι γίνηκε στη φυλακή, αλλά όταν ο πάππους μου βγήκε κούτσαινε για την υπόλοιπη ζωή του.
Μετά, όταν ήρθαν οι Ιταλοί, έφυγε στα βουνά γύρω από το χωριό. Ο μπάρμπας μου λέει πως ίσως και να ’τανε καλύτερα στα βουνά, γιατί οι Ιταλοί μπουκάριζαν μες στη νύχτα στο σπίτι και τονε ψάχνανε, άσε που το κρατητήριο ήταν πάνω από την κουζίνα και όταν χτυπούσανε κανένανε, αυτός βογγούσε και δεν μπορούσανε να κοιμηθούνε. Ο πατέρας μου, παιδί τότε, πήαινε του πάππου μου μυνήματα από τον αρχηγό κρυμμένα στο βρακί του.
Πιο μετά, στον εμφύλιο, δεν ξέρω τι έκαμε ο πάππους μου. Πάντως, χρόνια αργότερα, όταν ο πατέρας μου σπούδαζε στη Ρώμη, η αστυνομία δεν του σφράγιζε το διαβατήριο να πάει να τελειώσει τις σπουδές του, και ο πάππους μου υπέγραψε λέει «δήλωση μετανοίας».
Λένε πως από τότε δε μίλαε πολύ, και από όταν πέθανε και η γυναίκα του και ήρθε να ζήσει μαζί μας, δε μίλαε πια καθόλου. Ο πατέρας μου έλεε πως δε μίλαε γιατί ήταν κουρασμένος, όμως έχω μια θειά που μου διηγήθηκε μιαν άλλη ιστορία.
Πριν γίνουν λέει όλα αυτά, όταν ο πάππους μου ήτανε είκοσι χρονώ, ήταν ερωτευμένος με μια κοπέλα από τις πέντε πλούσιες φαμίλιες του χωριού.
Τις προάλλες εγώ βρήκα κάτι παλιά γράμματα στο πατάρι, και διάβασα ότι η κοπέλα, Ιουστίνα τηνε λέανε, πήαινε στον πάππου μου στην πίσω κάμαρη του σπιτιού του, αλλά δε βρήκα τι έκαμναν εκεί. Ήταν, λέει, τόσο μεγάλος αυτός ο έρωτας, που το χωριό, κι ας ήξερε, δε κουτσομπόλευε. Και τα βράδια οι συχωριανοί σκεφτόντουσαν το ζευγάρι και στέναζαν.
Μια μέρα ο πάππους μου πήε στο αρχοντικό της κοπέλας και τηνε ζήτησε. Όμως δεν του τηνε δώκανε, γιατί ήτανε λέει πλέμπα και δεν έκαμε για γαμπρός τους. Μετά αρχίσανε και οι περιπέτειές του, ο πάππους μου έλειψε από το χωριό και το θέμα ξεχάστηκε.
Όταν όμως αργότερα δούλευε την κρασοταβέρνα στη Χώρα, η Ιουστίνα αρρώστησε πολύ, μάλλον από φυματίωση. Ήτανε του θανατά και ζήτησε, τελευταία της επιθυμία, να πάει ο πάππους μου να τηνε δει. Όμως ο πάππους μου δεν πήε, ξήγηση δεν έδωκε, κι η Ιουστίνα λίγες μέρες μετά απόθανε.
Τότε όλοι ξέρανε ότι ο πάππους μου δεν την είχε αγαπήσει στ’ αλήθεια την Ιουστίνα, γιατί ήτανε σκληρός, και δεν πήε να τηνε δει για γδίκηση.
Αλλά εγώ δεν είμαι σίγουρος. Γιατί μετά, ο πάππους μου παντρεύτηκε άλλη γυναίκα, αλλά είχανε πρώτα συμφωνήσει και το κορίτσι που κάμανε το ’παν Ιουστίνα, και μέχρι τότε το σόι μας άλλη Ιουστίνα δεν είχε. Δε ξέρω πώς της φαινότανε της γιαγιάς μου να φωνάζει τη θυγατέρα της Ιουστίνα, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα.
Ξέρω όμως, τώρα που είμαι δεκαπέντε χρονώ κι έχω ερωτευτεί κι εγώ, πως σαν ήθελε κείνη η Ιουστίνα, θα ’χανε κλεφτεί με τον πάππου μου. Αλλά δε θέλησε.
Σ’ όλη του τη ζωή ο πάππους μου κουβανούσε μέσα του αυτή την ιστορία. Κι όμως, τη γυναίκα που παντρεύτηκε τελικά την αγάπησε, όσο μπορούσε. Το ξέρω, γιατί όταν ήμουν μικρός και η γιαγιά πολύ άρρωστη, κείνος της καθάριζε τα σκατά και ο πατέρας μου τονε ρώτησε πώς μπορεί και το κάνει, και ο πάππους μου σταμάτησε τη δουλειά, τονε κοίταξε, και του ’πε «αλίμονο στον άντρα που δε δέχεται τη μοίρα του».
Βεβαια, ο μπάρμπας μου λέει πως άμα του ’χανε δώκει του πάππου την Ιουστίνα, αυτός θα ’χε κάμει περιουσία και θα ’χε γίνει δεξιός, αλλά από τους καλούς.
Αν πάλι η Ιουστίνα κλεβότανε μαζί του, μπορεί και να μη γινότανε τίποτα, γιατί η Ιουστίνα θε να του ’λεγε να σοβαρευτεί, ν’ αφήκει τα πολιτικά και να κοιτάξει τη φαμίλια του. Ο μπάρμπας μου λέει πως ο πάππους μου γίνηκε αριστερός γιατί δε του δώκανε την Ιουστίνα.
Εγώ δε ξέρω να πω αν ο μπάρμπας έχει δίκιο. Την αλήθεια μάλλον δε την ήξερε ούτε κι ο πάππους μου ο ίδιος, γιατί με αγαπούσε, κι αν νόμιζε πως όλα αυτά βγάνουνε νόημα, θα μου το ’λεε να μάθω. Αλλά σας είπα, ο πάππους μου δε μίλαε ποτέ.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Το κείμενο έγραψε ο Γιάννης Ζ.
Πηγή: https://sanejoker.info/
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




















