Ο Γιαννούλης Χαλεπάς αποτελεί μια εντελώς ιδιαίτερη περίπτωση στη νεοελληνική γλυπτική, αφού μια τραγική μοίρα σημάδεψε την καλλιτεχνική του πορεία.
Ο Γιαννούλης Χαλεπάς (Πύργος Τήνου, 14 Αυγούστου 1851 – Αθήνα, 15 Σεπτεμβρίου 1938) ήταν γόνος οικογένειας φημισμένων Τηνίων μαρμαρογλυπτών.
Ο πατέρας του, Ιωάννης, και ο θείος του είχαν μεγάλη οικογενειακή επιχείρηση μαρμαρογλυπτικής με παραρτήματα στο Βουκουρέστι, την Σμύρνη και τον Πειραιά.
Ο Γιαννούλης, ο μεγαλύτερος από τα πέντε αδέλφια του, είχε έφεση στην μαρμαρογλυπτική και βοηθούσε τον πατέρα του στα έργα που ετοίμαζε ο τελευταίος για διάφορες εκκλησίες. Οι γονείς του τον προόριζαν για έμπορο. Ο ίδιος τελικά αποφάσισε να σπουδάσει γλυπτική.

Προικισμένος με ξεχωριστό ταλέντο, ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Σχολείον των Τεχνών και από το 1872, με υποτροφία του Ιερού Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας Τήνου, συνέχισε στην Ακαδημία του Μονάχου, με δάσκαλο τον Μαξ φον Βίντμαν (Max von Windmann). Κατά την διάρκεια της παραμονής του στο Μόναχο, εξέθεσε το έργο του Το παραμύθι της Πεντάμορφης και Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα, για το οποίο και βραβεύθηκε. Ο Χαλεπάς ήταν μόλις 24 ετών. Παρουσίασε επίσης τον Σάτυρο που παίζει με τον Έρωτα, μαζί με το ανάγλυφο της Φιλοστοργίας, στην Έκθεση των Αθηνών το έτος 1875.

Παρά τις συνεχείς διακρίσεις, η διακοπή της υποτροφίας του τον ανάγκασε να επιστρέψει το 1876 στην Αθήνα, όπου άνοιξε δικό του εργαστήριο.


Το 1877 ολοκλήρωσε στο μάρμαρο τον Σάτυρο που παίζει με τον Έρωτα, και τον ίδιο χρόνο άρχισε να δουλεύει το πιο διάσημο γλυπτό του, την Κοιμωμένη -για την ακρίβεια «Μεγάλη Αναπαυομένη (1931)- για τον τάφο της νεαρής Σοφίας Αφεντάκη -κόρης γνωστής οικογένειας της Κιμώλου, που έφυγε πρόωρα από τη ζωή χτυπημένη από φυματίωση- στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών. Την Κοιμωμένη του από το πήλινο πρόπλασμα την μετέφεραν αργότερα με το γλύφανό τους στο μάρμαρο οι μαρμαρογλύπτες Χαμηλός και Αλεξάκης.


Αν και είχε ήδη γίνει γνωστός στην εύπορη αθηναϊκή κοινωνία και άρχισε αμέσως να δέχεται παραγγελίες, το 1878 εκδηλώθηκαν τα πρώτα συμπτώματα αποκλίνουσας συμπεριφοράς, αφού φαίνεται ότι η διακοπή των σπουδών του και μια ερωτική απογοήτευση στη συνέχεια έπληξαν τον ευαίσθητο ψυχισμό του. Έτσι, τη χρονιά αυτή, έκλεισε η πρώτη περίοδος της καλλιτεχνικής του δημιουργίας.

Στη διάρκεια της περιόδου αυτής τα θέματά του, εμπνευσμένα κυρίως από την αρχαιότητα και την ελληνική μυθολογία, όπως ο Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα (1877), ανταποκρίνονται στην κλασικιστική του παιδεία, ενώ με το Κεφάλι Σατύρου (1878) στρέφεται ταυτόχρονα και στη ρεαλιστική απόδοση.
Η σταδιακή επιδείνωση της υγείας του τα χρόνια που ακολούθησαν -άρχισε να καταστρέφει έργα του, ενώ επιχείρησε κατ' επανάληψη να αυτοκτονήσει- οδήγησε στον εγκλεισμό του στο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας από το 1888 ως το 1902 και στη διακοπή της εργασίας του για σαράντα ολόκληρα χρόνια αφού, μετά την έξοδό του από το Ψυχιατρείο και την εγκατάστασή του στην Τήνο, ό,τι έπλαθε το κατέστρεφε είτε ο ίδιος είτε η μητέρα του, που φαίνεται ότι θεωρούσε τη γλυπτική υπαίτια για την ασθένεια του γιου της.

Στο ψυχιατρείο, ο Χαλεπάς αντιμετωπίστηκε με τον σκληρό τρόπο που αντιμετώπιζαν όλους τους ψυχασθενείς την εποχή εκείνη: Γιατροί και φύλακες είτε του απαγόρευαν να σχεδιάζει και να πλάθει, είτε του κατέστρεφαν οτιδήποτε εκείνος είχε δημιουργήσει και είχε κρύψει στο ερμάριό του. Λέγεται πως από όσα προσπάθησε να δημιουργήσει μέσα στο Ψυχιατρείο ένα μόνον έργο σώθηκε, κλεμμένο από κάποιον φύλακα και παραπεταμένο στα υπόγεια του ιδρύματος, όπου ξαναβρέθηκε τυχαία το 1942.
Ο θάνατος της μητέρας του το 1916 υπήρξε καθοριστικός, αφού ο Χαλεπάς μπορούσε πλέον απερίσπαστος να αφοσιωθεί στην τέχνη του.
Ωστόσο, ζούσε πάμφτωχος βοσκώντας πρόβατα και φέροντας το βαρύ στίγμα του τρελού του χωριού.
Σε αυτή τη φάση της καλλιτεχνικής δημιουργίας όμως, τίποτα δεν θυμίζει το παλιό του ύφος. Τώρα εμφανίζει ένα ύφος ελεύθερο, αυθόρμητο και πηγαίο και επικεντρώνεται στην ουσία των συνθέσεων και όχι στη λεπτομερή επεξεργασία της επιφάνειας, την εκλέπτυνση ή την ωραιοποίηση.

Μήδεια ΙΙΙ, 1933.

Έχοντας αφήσει πίσω τα διδάγματα της Ακαδημίας, μοιάζει σα να δοκιμάζει τις δυνάμεις του, αντλώντας από την περίοδο που ο ίδιος είχε δηλώσει ότι προτιμούσε: Την «πριν Φειδίου».