Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2016

ΚΥΡΙΟΙ ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΕΠΤΩΧΕΥΣΑΜΕΝ

Για την Ιστορία...



10 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1893
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Στις 10 Δεκεμβρίου του 1893, ο Τρικούπης πήγαινε στη Βουλή, για ανακοινώσει την πτώχευση της Ελλάδας.

Πριν από την πτώχευση του 1893, το χρέος της χώρας είχε δεκαπλασιαστεί. Σε διάστημα 18 ετών, συνολικά σχηματίστηκαν 22 κυβερνήσεις.
Η τρύπα στο κρατικό ταμείο ήταν πλέον εκτός ελέγχου και η χώρα ζητούσε νέα δάνεια, για να πληρώσει τα παλιά. Στην πραγματικότητα, η Ελλάδα ήταν ο καλύτερος πελάτης.
Δανειζόταν με τεράστια επιτόκια, που δεν υπήρχαν σε καμία πολιτισμένη αγορά της Ευρώπης.
Μέσα σε 15 χρόνια, η χώρα πήρε εννιά δάνεια. Από τα 640 εκατομμύρια χρυσά γαλλικά φράγκα, στην Ελλάδα έφτασαν μόλις τα 465 εκατ..

Περίπου 200 εκατομμύρια φράγκα έφυγαν σε μεσάζοντες, εγγυήσεις και σε παλιές υποχρεώσεις προς τράπεζες.
Οκτώ από αυτά τα δάνεια συνήφθηκαν από τις κυβερνήσεις Τρικούπη, που ονειρευόταν μια Ελλάδα σύγχρονη. Η διαπλοκή ήταν απαραίτητη προϋπόθεση και για να δανειστούμε και για να πτωχεύσουμε.
Στη χρεοκοπία συμμετείχαν κι Έλληνες μεγιστάνες, που έβγαλαν τεράστια κέρδη από την ελληνική δανειοδότηση.
Κάποιοι απέκτησαν τότε παρατσούκλι. Ο λαός τους αποκαλούσε χρυσοκάνθαρους, δηλαδή παρασιτικά ερπετά, ντυμένα με χρυσό.

Στην ουσία, ήταν οι μεσολαβητές, για να πάρει η Ελλάδα τα δάνεια.

Τα golden boys της εποχής. Αυτοί που αμείβονταν υψηλά, για να διαχειριστούν τα κονδύλια. Ακολούθησε η έκφραση λιμοκοντόρος.
Τα πρώτα έντονα σημάδια της χρεοκοπίας ήρθαν από την Αργεντινή. Η μεγάλη αγγλική τράπεζα ΒΑΝΚS, η οποία είχε επενδύσει στο δημόσιο χρέος της Αργεντινής, πτώχευσε και μαζί της κατέρρευσε και η χώρα.
Αυτό έχει ως συνέπεια και οι ομολογίες χωρών σαν την Ελλάδα, να γνωρίσουν πολύ σημαντική πτώση των τιμών τους.

Ο Τρικούπης, που είχε κερδίσει στις τελευταίες εκλογές, προχώρησε στην επιβολή νέων, πιο σκληρών μέτρων λιτότητας.
Επέβαλε βαριά δίδακτρα στα δημόσια σχολεία και στα πανεπιστήμια, έβαλε φόρο ακόμη και στα ζώα που σφάζονται.
Ο λαός αντέδρασε έντονα. Η μοναδική λύση ήταν να βρει κάποιο δάνειο, το οποίο θα του επέτρεπε να πληρώσει τα ληξιπρόθεσμα χρέη.
Δεν μπορούσαν να πληρωθούν οι μισθοί και οι δημόσιοι υπάλληλοι.

Έπρεπε να βρεθούν χρήματα άμεσα. Η «τρόικα» της εποχής, που κατέφθασε, ήταν οι Αμερικανοί, οι Γερμανοί και οι Γάλλοι, που έστειλαν μια επιτροπή, να ελέγξει τα δημοσιονομικά μας.
Επικεφαλής ήταν ο φιλέλληνας Άγγλος διπλωμάτης, Σερ Έντουαρντ Λο.
Ο λόρδος συνέταξε ευνοϊκή έκθεση, για να βοηθήσει τον Τρικούπη, στην οποία ανέφερε μεταξύ άλλων, ότι δεν ήταν πρόβλημα μισθών, αλλά πόρων.
Οι ξένοι αποφάσισαν να μας δανειοδοτήσουν με 3.500.000 στερλίνες. Άλλωστε, η Ελλάδα ήταν η καλύτερη επένδυση για τα λεφτά τους.
Οι όροι του δανεισμού ήταν εξευτελιστικοί και οι ξένοι δεν ήθελαν να γίνει η καθιερωμένη συζήτηση κι έγκριση από τη βουλή.
Ήξεραν ότι ίσως η αντιπολίτευση του Θεόδωρου Δηλιγιάννη δεν θα το ενέκρινε και απαιτούσαν βασιλικό διάταγμα.

Το σωτήριο δάνειο εξαρτιόταν από τον βασιλιά Γεώργιο, ο οποίος έπρεπε απλώς να υπογράψει.
Παρά την κόντρα τους, ο Τρικούπης ήταν ιδιαίτερα ανεκτικός απέναντί του. Ειδικά όταν οι εφημερίδες κατηγορούσαν τον Γεώργιο, ότι ταξίδευε στο εξωτερικό για να συνευρεθεί με τη διάσημη ηθοποιό Σάρα Μπερνάρ.
Ο βασιλιάς όμως, πρώτα κερδοσκόπησε στο χρηματιστήριο με τα ελληνικά χρεόγραφα και μετά ενημέρωσε τον Τρικούπη για την άρνησή του, που σήμαινε οικονομική καταδίκη της Ελλάδας.
Η εφημερίδα Ακρόπολις, σχολιάζοντας τη στάση του βασιλιά και των τραπεζιτών που συνεργάζονταν μαζί του, έγραψε ένα σχόλιο, που η ιστορία επιβεβαίωσε:

«Αφού δεν μπόρεσαν να καταστρέψουν έναν άνδρα, θεώρησαν καλύτερο να καταστρέψουν ένα έθνος».

Στις 10 Δεκεμβρίου του 1893, ο Τρικούπης πήγαινε στη Βουλή, για ανακοινώσει την πτώχευση της Ελλάδας.

πηγή:ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

ΚΑΛΗΜΕΡΑ

Η αλήθεια βρίσκεται πάνω στα χείλη του θυμού,
της μέθης και της παιδικής λογικής...


ΦΟΒΟΣ - ΌΝΕΙΡΑ - ΖΩΗ....


Φοβάμαι τις μέρες που ζω αν θα 'ναι το μέλλον
φοβάμαι να μιλήσω, μην και οι λέξεις με πουλήσουν
φοβάμαι να ακούσω, το ψέμα που 'ναι αληθινό
φοβάμαι να σκεφτώ, κάθε σκέψη μ' ανησυχεί
ενοχλεί την σκυφτή ζωή μου,
διαταράσσει τη σχέση μου με την υποταγή,
μα πιο πολύ απ'όλα, φοβάμαι να ονειρευτώ...



Όνειρα-
δεν ονειρεύομαι, παραιτήθηκα εδώ και καιρό απ' τα όνειρα
δεν ονειρεύομαι, και τί έμεινε να ονειρευτώ πια;
δεν ονειρεύομαι, κάθε προσπάθεια ξυπνά τους εφιάλτες μου
δεν ονειρεύομαι, αδύναμος να αναμετρηθώ με εμένα.
Λες να είναι ψηλά τα κύματα των προσδοκιών
κι αδύναμος δεν μπορώ να κρατηθώ στην επιφάνεια,
γιά μ' έριξα στα χαμηλά και όλα φαίνονται ψηλότερα;
--
μια ζωή μόνος, πλάι σε ότι με κατατρώγει
μια ζωή μόνος, μια στο ψύχος μια στη λάβα
μια ζωή μόνος, αδιάκοπη σφυρηλάτηση πάνω στ' αμόνι
μια ζωή μόνος, ήχοι μεταλλικοί να με διαπερνούν
ν' ακούς κι εσύ, πως σήμανε το ταξίδι
τώρα που τ' ατσάλι έγινε όσο σκληρό έμελλε
να δώσει τέλος στ' απανθρακωμένο θέσφατο
.

Κώστας Βάρναλης: Ο ποιητής της εργατιάς





(14/02/1883 ~ 16/12/1974)

Γεννήθηκε το 1883, στη Βουλγαρία ο Κώστας Βάρναλης, Έλληνας ποιητής, πεζογράφος, δοκιμιογράφος και μεταφραστής. Ήταν αγαπημένος «δάσκαλος» για μία ολόκληρη γενιά προοδευτικών ανθρώπων και λογοτεχνών, ενώ για την τέχνη του τιμήθηκε με το Βραβείο Ειρήνης του Λένιν το 1959.

Ο Κώστας Βάρναλης γεννήθηκε στον Πύργο (Μπουργκάς) της Βουλγαρίας, όπου βίωσε το κλίμα του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897. Έδειξε σε νεαρή ηλικία την κλίση του προς τα γράμματα, καθώς τελειώνοντας τις σπουδές του στο Ελληνικό Σχολείο ήρθε στην Ελλάδα, όπου φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και έλαβε μέρος στη διαμάχη για το Γλωσσικό Ζήτημα ως υποστηρικτής των δημοτικιστών.

Εργάστηκε για χρόνια ως καθηγητής στη δημόσια μέση εκπαίδευση σε Βουλγαρία και Ελλάδα και το 1919 έλαβε υποτροφία για μετεκπαίδευση στο Παρίσι. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Γαλλία παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας, φιλολογίας, κοινωνιολογίας και αισθητικής, ενώ ήρθε σε επαφή με τα προοδευτικά ιδεολογικά ρεύματα του μαρξισμού και του διαλεκτικού υλισμού και τον επαναστατικό αέρα του μεσοπολέμου.



Οι αριστερές ιδέες έγιναν έκδηλες στην ποίησή του, κάτι που αργότερα του κόστισε τη δουλειά του στο δημόσιο, απ’ όπου τον απέλυσε η δικτατορία του Πάγκαλου το 1925. Χωρίς προοπτική ακαδημαϊκής καριέρας στρέφεται στη δημοσιογραφία, μελετώντας παράλληλα όλα τα φιλοσοφικά ρεύματα και μεταφράζοντας έργα της κλασικής ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας (Αριστοφάνης, Ευριπίδης, Μολιέρος κ.α.).

Βέβαια είχε κάνει την εμφάνισή του στα γράμματα πολύ νωρίτερα, το 1905 με την έκδοση της πρώτης του ποιητικής συλλογής «Κηρήθρες». Το 1907 συμμετείχε στην ίδρυση του ποιητικού περιοδικού Ηγησώ. Από τα πιο σημαντικά έργα του είναι «Το φως που καίει» (το οποίο εξέδωσε το 1922 στην Αλεξάνδρεια, με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας), η συλλογή αφηγημάτων «Ο λαός των μουνούχων» (1923), το κριτικό δοκίμιο «Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική» (1925), το ποιητικό «Σκλάβοι πολιορκημένοι» (1927), το αφηγηματικό «Η αληθινή απολογία του Σωκράτη» (1931) κ.α. Τη διετία 1956-1958 κυκλοφόρησαν τα άπαντά του σε τρεις τόμους και έκτοτε η παραγωγή του περιορίστηκε στο ελάχιστο.



Ο Κώστας Βάρναλης θεωρείται μοναδικός κοινωνικός ποιητής και συγγραφέας: πουθενά στο έργο του δεν υπάρχουν τα ίχνη ενός διανοουμενισμού, πού συχνά συναντάται σε ανάλογες περιπτώσεις. Το ισχυρό ταλέντο του μετέβαλλε σε καθαρή «λαϊκή» τέχνη και σπαρταριστό υλικό οποιαδήποτε ιδέα ή ιδεολογία βρισκόταν στην αφετηρία της δημιουργίας του, μιλώντας στις καρδιές και των πιο απλών «προλεταρίων». Η ασυμβίβαστα κοινωνική στρατευμένη τέχνη του ήταν ο λόγος που τιμήθηκε με το Βραβείο Ειρήνης του Λένιν το 1959.

Έγραφε στη δημοτική, με καλά επιμελημένη μορφή και πλαστικότητα στην έκφραση. Το έργο του χαρακτηρίζεται από θερμή λυρική φαντασία και σατιρική διάθεση με ενδιαφέρον για τον σύγχρονο άνθρωπο. Η ποίηση του, ιδιαίτερα, χαρακτηρίζεται από έντονο «διονυσιασμό», παιχνιδιάρικη διάθεση και βαθύ μουσικό αίσθημα που συνδυάζεται άριστα με τη σάτιρα.



Παντρεύτηκε την ποιήτρια Δώρα Μοάτσου το 1929, ενώ πέθανε το 1974 πλήρης ημερών και έχοντας δρέψει τις δάφνες του, που δεν ήταν άλλες από την αγάπη του λαού. Αξίζει να σημειωθεί η καλλιτεχνική σημασία των μεταφράσεων του του Αριστοφάνους, με τον όποιο τον συνέδεε μια πηγαία αγάπη προς τις άσεμνολογίες ή, όπως ο ίδιος έλεγε, τις ελευθεροστομίες.

Ξεχάσαμε να..





Mιλάμε με τους φίλους μας...να μιλάμε με τα παιδιά μας..
να σωπαίνουμε... να αφηγούμαστε..

Ξεχάσαμε τι θα πει ελεύθερος χρόνος...την αξία της κάθε στιγμής..
Ξεχάσαμε την μαγεία της κάθε ρωγμής..

Ξεχάσαμε να διαβάζουμε...να γράφουμε..
να ακούμε...να τραγουδάμε..να αγαπάμε..

Ξεχάσαμε να συνεργαζόμαστε...να δημιουργούμε..
Ξεχάσαμε να σταματάμε...να ξαναρχίζουμε..
Ξεχάσαμε να κοιτάζουμε και να ΒΛΕΠΟΥΜΕ..
Ξεχάσαμε οτι ένα κι ένα μπορεί να κάνει ΠΟΛΥ..

Ξεχάσαμε να θαυμάζουμε..να σεβόμαστε..
Ξεχάσαμε να προσευχόμαστε...να χαμογελάμε..να γευόμαστε.

Ξεχάσαμε να ξεχωρίζουμε τα χρώματα... να ξεχωρίζουμε τις νότες..
να χαρίζουμε... να λέμε πικρές αλήθειες..
Ξεχάσαμε να λέμε γλυκά ψέματα...

Ξεχάσαμε να φεύγουμε... να ερχόμαστε..
Ξεχάσαμε να ονειρευόμαστε...

Ξεχάσαμε πως είναι να ανασαίνεις καθαρό αέρα..
Ξεχάσαμε πως είναι να ανασαίνεις ελεύθερα..
Ξεχάσαμε να ζούμε..

Ομως... περισσότερο με πειράζει που ξεχάσαμε να περπατάμε ΟΡΘΙΟΙ..
και με ψηλά το κεφάλι!!

Σαν άνθρωποι δηλαδή!!

CESARIA EVORA


H ΞΥΠΟΛΗΤΗ ΝΤΙΒΑ
Η Σεζάρια Έβορα έφυγε απο τη ζωη στις 17 Δεκεμβρίου 2011.
Ηταν διεθνώς γνωστή τραγουδίστρια από το Πράσινο Ακρωτήριο. Είχε το προσωνύμιο "ξυπόλητη ντίβα" εξαιτίας της προτίμησής της στο να τραγουδά χωρίς να φορά τα παπούτσια της.Το είδος της μουσικής που υπηρετούσε ονομάζεται μόρνα.
Σε ηλικία 7 ετών έμεινε ορφανή από πατέρα και η μητέρα της αγωνίστηκε να την μεγαλώσει με τα πενιχρά της εισοδήματα που εξασφάλιζε από την εργασία της ως μαγείρισσα. Τελικά, την οδήγησε σε ορφανοτροφείο και στη χορωδία του ιδρύματος εκείνου η μικρή Σεζάρια έμαθε να τραγουδά.
Η Έβορα συνάντησε όταν ήταν 16 ετών έναν ναυτικό από το Πράσινο Ακρωτήριο, ο οποίος ονομαζόταν Εντουάρντο. Ήταν ο άνθρωπος που την δίδαξε τα παραδοσιακά μουσικά στιλ των coladeiras και mornas. Τα τελευταία αποτελούν τραγούδια της λύπης, της μελαγχολίας και της νοσταλγίας. Η Σεζάρια ξεκίνησε να τραγουδά σε τοπικά μπαρ και ξενοδοχεία. Με τη βοήθεια τοπικών μουσικών, θα επεδείκνυε τις ικανότητές της και αργότερα θα ανακηρυσσόταν "Βασίλισσα των Μόρνας" από τους θαυμαστές της. Την εποχή εκείνη ήταν διάσημη στο νησί της, σχετικά άγνωστη όμως διεθνώς.
Η ξυπόλητη αοιδός παρέμεινε διάσημη, χωρίς όμως να έχει και επιτυχία στα οικονομικά. Η δυσχερής οικονομική και πολιτική κατάσταση στη νησιωτική της χώρα, σε συνδυασμό με τα προσωπικά και οικονομικά της προβλήματα, την οδήγησαν στην απόφαση να σταματήσει το τραγούδι, ώστε να υποστηρίξει οικονομικά την οικογένειά της. Επί δέκα χρόνια δεν τραγούδησε και η ίδια τα περιγράφει ως "σκοτεινά χρόνια." Την ίδια περίοδο πάλεψε με τον αλκοολισμό.
Έπειτα από ενθάρρυνση ενός εξόριστου μουσικού και προστάτη των τεχνών από το Πράσινο Ακρωτήριο, ο οποίος ζούσε στην Πορτογαλία, η Έβορα ξανάρχισε να τραγουδά. Ο άνθρωπος αυτός ήταν ο Μπάνα, ο οποίος προσκάλεσε τη Σεζάρια να τραγουδήσει σε συναυλίες σε πορτογαλικό έδαφος, με τη χρηματοδότηση μιας τοπικής οργάνωσης γυναικών.
Το τραγούδι "Sodade" ήταν η πρώτη της διεθνής επιτυχία και η πρώτη της επιτυχία στη Γαλλία που δεν ήταν στα γαλλικά. Αυτό σηματοδότησε την απαρχή της παγκόσμιας φήμης για την τραγουδίστρια από την Αφρική. Ο πορτογαλικός όρος saudade έχει περίπλοκη σημασία, που είναι δύσκολο να μεταφραστεί. Σημαίνει γενικά νοσταλγία, πόθο, λύπη και μετάνοια. Η έκφραση της "sodade" αποτελεί εσωτερικό στοιχείο στη μουσική του Πράσινου Ακρωτηρίου. Το άλμπουμ εκείνο επαινέθηκε από τους κριτικούς και με αυτό ξεκίνησε την καριέρα της,
Τον Σεπτέμβριο του 2011 ανακοίνωσε πως θέτει τέλος στη μουσική της καριέρα, ακυρώνοντας τις προγραμματισμένες συναυλίες της, καθώς βρισκόταν «σε κατάσταση μεγάλης εξάντλησης» Η Έβορα είχε υποβληθεί το 2010 σε επέμβαση ανοιχτής καρδιάς, στο Παρίσι, έπειτα από σοβαρά προβλήματα που παρουσίασε στην στεφανιαία αορτή.
Έφυγε τελικά από τη ζωή στις 17 Δεκεμβρίου 2011 ενώ νοσηλευόταν στην εντατική σε κρίσιμη κατάσταση.