Την ώρα που η κοκορομαχία των Ελλήνων πολιτικών κορυφώνεται, η
αδυναμία των ηγετών να συννενοηθούν ακόμα και για τα αυτονόητα, για
κοινή γραμμή πλεύσης στα ζητήματα εθνικής σημασίας, η περιοχή μας αργά
και σταθερά κυλά σε μια αποσταθεροποίηση που δεν μας αγγίζει απλά, μας
περικυκλώνει.
Η αποψινή
δολοφονία του Ρώσου πρέσβη στην Άγκυρα, φέρνει στο νου δυστυχώς παρόμοια
περιστατικά (Η δολοφονία του αρχιδούκα Φραντζ Φέρντιναντ, διαδόχου του
Αυστροουγγρικού θρόνου, και της συζύγου του, αρχιδούκισσας Σοφίας, στο
Σαράγεβο στις 28 Ιουνίου 1914, πυροδότησαν τις εχθροπραξίες.) λίγο πριν
το πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Η δονούμενη Τουρκία του Ερντογάν σείεται από
τη μεγαλύτερη κρίση των τελευταίων δεκαετιών που ανεξέλεγκτη
γιγαντώνεται σε όλα τα μέτωπα. Η διάχυση του πολέμου στην Υεμένη, η
χθεσινή επίθεση στην Ιορδανία, οι Βαλκανικές ιαχές και κορώνες και
διεκδικήσεις, ο ευρωπαϊκός οικονομικός εμφύλιος που σε λίγο θα πάρει και
άλλες διαστάσεις, η διαρκώς αυξανόμενη Αμερικανο-Κινεζική αντιπαράθεση
που βαίνει ογκούμενη σε ανεξέλεγκτες ατραπούς, η νέα αποψινή τροπή στις
Ρωσο-Τουρικές σχέσεις είναι στοιχεία που σε κάνουν να σκεφτείς ότι ο
κόσμος αλλάζει δραματικά και ότι το 2017 θα ξημερώσει ως η πιο
απρόβλεπτη χρονιά της ζωής μας. Μιας ζωής που για τη δική μας γενιά ήταν
μάλλον προβλέψιμη μέχρι τώρα, χωρίς ακραία γεωπολιτικά σενάρια. Ο
κόσμος αλλάζει δραματικά και πάντα σε τέτοιες αλλαγές οι άνθρωποι
στρέφονται δυστυχώς στα άκρα χωρίς δεύτερη σκέψη για να οχυρωθούν.
Μέσα σε όλο αυτό το ρευστό σκηνικό εμείς παρακολουθούμε τις εσωτερικές
γελοίες αντεκλήσεις αντί να δούμε μια επείγουσα διεργασία δημιουργίας
ενός κοινού μετώπου που θα μας όπλιζε απέναντι σε όσα έρχονται. Γιατί
έρχονται, όσο και αν σφυρίζουμε αδιάφορα επειδή τα φώτα του τραίνου
είναι ακόμα μακριά…
Το ποίημα του Μπέρλτολτ Μπρεχτ, με τίτλο «Αυτή η ανεργία», αφιερωμένο
στους «σωτήρες» και στους «προστάτες» από την καταστροφή. ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Οι αριθμοί απαντούν στους «σωτήρες», στους «προστάτες» από την
καταστροφή! Σε 350.000 οικογένειες δεν υπάρχει εργαζόμενο μέλος και την
τελευταία εξαετία η ανεργία έχει οδηγήσει στο εξωτερικό περίπου 300.000
νέους υψηλής εξειδίκευσης. Τα στοιχεία δεν είναι συγκλονιστικά!
Είναι τα στοιχεία που αποτυπώνουν την καθημερινότητα μας. Δεν μας
συγκλονίζουν, γιατί είναι η ζωή μας, η ζωή χιλιάδων και χιλιάδων
οικογενειών στη χώρα. . «…τη μέρα όπου θα μπείτε εσείς σε ανεργία!»
Το ποίημα του Μπέρλτολτ Μπρεχτ, με τίτλο «Αυτή η ανεργία», αφιερωμένο
στους «σωτήρες» και στους «προστάτες» από την καταστροφή. «Κύριοι συνάδελφοι, η ανεργία πρόβλημα πολύ ακανθώδες. Εφ’ ω και είναι ευκαιρία το Συμβούλιόν μας το εργώδες να της αφιερώσει μίαν… συζήτησιν. Διότι είναι καθαρά θεομηνία διά το έθνος η ανεργία. Αίνιγμα αποτελεί διά πάντα τίμιον πολίτην και υγιώς σκεπτόμενον της ανεργίας το φαινόμενον. Και επιπλέον, εξόχως επιζήμιον. Κύριοι, οι καιροί ου μενετοί! Θα απετέλει δε αδυναμίαν μας θανάσιμον, εάν ημείς, του έθνους οι εκλεκτοί, δεν εύρωμεν μίαν δικαιολογίαν βάσιμον, και την εμπιστοσύνην ούτω χάσωμεν του λαού, ήτις μας είναι λίγο χρήσιμος. Πρέπει, λοιπόν, δεόντως να αντιδράσωμεν. Διότι θα είναι συμφορά μοιραία και κρίσιμος εάν κρούσματα κοινωνικής έχομεν αναταραχής, ενώ ευρισκόμεθα επί ξηρού ακμής! Θα ήτο διά το έθνος απειλή ολεθρία, που το μαστίζει τόση ανεργία! Δεν συμφωνείτε, κύριοί μου; Το συμφερότερον, κατά την άποψίν μου, είναι ν’ αποφασίσωμεν ότι το πρόβλημα ελύθη, και να το παραδώσωμεν στην λήθη. Την άποψή σας, να τη βράσουμε! Η ανεργία, πληγή και παιδεμός του τόπου, θα λείψει μοναχά τη μέρα όπου θα μπείτε εσείς σε ανεργία!
σώπασε επιτέλουςκι αν ο λόγος είναι άργυροςη σιωπή είναι χρυσός.
Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδίέκλαιγα, γέλαγα, έπαιζα, μου λέγανε:«σώπα».
Στο σχολείο μου κρύψαν την αλήθεια τη μισή, μου λέγανε :»εσένα τι σε νοιάζει ; Σώπα!»
Με φιλούσε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα και μου λέγανε:«κοίτα μην πείς τίποτα, σσσσ….σώπα!»
Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.Και αυτό βάσταξε μέχρι τα εικοσί μου χρόνια.
Ο λόγος του μεγάλου η σιωπή του μικρού.
Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο,«Τι σε νοιάζει εσένα;», μου λέγανε,«θα βρείς το μπελά σου, σώπα».
Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι«Μη χώνεις τη μύτη σου παντού, κάνε πως δεν καταλαβαίνεις, σώπα»
Παντρεύτηκα, έκανα παιδιά,η γυναίκά μου ήταν τίμια κι εργατική και ήξερε να σωπαίνει.Είχε μάνα συνετή, που της έλεγε «Σώπα».
Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες με συμβουλεύανε:«Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα. Σώπα»Μπορεί να μην είχαμε με δ’ αύτους γνωριμίες ζηλευτές, με τους γείτονες, μας ένωνε όμως, το Σώπα.
Σώπα ο ένας, σώπα ο άλλος σώπα οι επάνω, σώπα οι κάτω,σώπα όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.Σώπα οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι.Κατάπιαμε τη γλώσσά μας.Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.Φτιάξαμε το σύλλογο του «Σώπα».και μαζευτήκαμε πολλοίμία πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη, αλλά μουγκή!
Πετύχαμε πολλά, φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε παράσημα,τα πάντα κι όλα πολύ.Ευκολα, μόνο με το Σώπα. Μεγάλη τέχνη αυτό το «Σώπα».
Μάθε το στη γυναίκα σου, στο παιδί σου, στην πεθερά σουκι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις ξερίζωσε τη γλώσσά σουκαι κάν’ την να σωπάσει.Κόψ’ την σύρριζα. Πέτα την στα σκυλιά.Το μόνο άχρηστο όργανο, από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.
Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες, τύψεις κι αμφιβολίες.Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου και θα γλιτώσεις απο το βραχνά να μιλάςχωρίς να μιλάς να λές «έχετε δίκιο, είμαι σαν κι εσάς»Αχ! Πόσο θα ‘θελα να μιλήσω ο κερατάς.
και δεν θα μιλάς,θα γίνεις φαφλατάς ,θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς.
Κόψε τη γλώσσά σου, κόψ’ την αμέσως.Δεν έχεις περιθώρια.Γίνε μουγκός. Αφού δε θα μιλήσεις, καλύτερα να το τολμησεις. Κόψε τη γλώσσά σου.
Για να είμαι τουλάχιστον σωστός στα σχέδια και στα όνειρά μουανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσά μου,γιατί νομίζω πως θα’ ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξωκαι θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω, και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο,με έναν ψίθυρο, με ένα τραύλισμα, με μια κραυγή που θα μου λέει: ΜΙΛΑ!….
Aziz Nesin
Αζίζ Νεσίν: Ο άνθρωπος που δεν σώπασε ποτέ.«Σώπα, μη μιλάς, είναι ντροπή. Κόψ’ τη φωνή
σου σώπασε επιτέλους κι αν ο λόγος είναι αργυρός η σιωπή είναι χρυσός.»
έγραφε στο ποίημά του ο Τούρκος σατιρικός μυθιστοριογράφος και
πολιτικός ακτιβιστής.
Σαν σήμερα 20 Δεκεμβρίου 1915 γεννήθηκε ο Τούρκος συγγραφέας Αζιζ
Νεσίν.Τούρκος σατιρικός συγγραφέας και πολιτικός ακτιβιστής. Ο Νεσίν,
ένας από τους πλέον διάσημους Τούρκους λογοτέχνες, αποτελεί ένα φωτεινό
παράδειγμα του 20ού αιώνα. Παθιασμένος με την προστασία της ελευθερίας
του πνεύματος καταξιώθηκε ως ένας ένθερμος αγωνιστής της δημοκρατίας.
Γεννήθηκε ως Μαχμούτ Νουσρέτ στη νήσο Χάλκη της Κωνσταντινούπολης . Αζίζ
ήταν το όνομα του πατέρα του, που τον έχασε σε μικρή ηλικία.
Μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο και στα 19 του αποφάσισε να ακολουθήσει
στρατιωτική καριέρα. Εισήλθε στη Σχολή Ευελπίδων της Τουρκίας και το
1939 ονομάσθηκε ανθυπολοχαγός πεζικού. Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1944,
δημοσιεύοντας ποιήματα και διηγήματα στη λογοτεχνική σελίδα της
εφημερίδας «Μιλιέτ». Ένα χρόνο αργότερα αποτάχθηκε από το στρατό για τις
αριστερές του πεποιθήσεις. Για να εξασφαλίσει τα προς το ζην
άνοιξε μπακάλικο, αλλά γρήγορα αποφάσισε ότι του ταίριαζε καλύτερα η
δημοσιογραφία. Δούλεψε ως διορθωτής και συντάκτης ύλης σε εφημερίδες,
ενώ τις απόψεις και τις ιδέες του διοχέτευσε στα διάφορα σατιρικά
περιοδικά και εφημερίδες, που εξέδωσε μαζί με τον συνάδελφό του
Σαμπαχατίν Αλί. Η κοινωνική και πολιτική κριτική που ασκούσε από τα
έντυπά του, ενεργοποίησε τα αντανακλαστικά της λογοκρισίας και του
εισαγγελέα. Το 1947 φυλακίστηκε επί δεκάμηνο για τις πολιτικές του ιδέες
και εξορίστηκε για τέσσερις μήνες. Συνολικά πέρασε πεντέμισι χρόνια στη
φυλακή. Τον Σεπτέμβριο του 1955 συνελήφθη μαζί με άλλους
αριστερούς ως υποκινητής του Πογκρόμ κατά των Ελλήνων της Πόλης.
Γρήγορα, η κατηγορία κατέπεσε, αφού ήταν φανερό ότι τα «Σεπτεμβριανά»,
όπως έμειναν στην ιστορία, τα είχαν οργανώσει οι μηχανισμοί της
κυβέρνησης Μεντερές. Την προσωπική του μαρτυρία κατέθεσε στο βιβλίο του
«Να κρεμαστούν σαν τα τσαμπιά», το οποίο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις
εκδόσεις «Καστανιώτη». Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 ο Νεσίν
ήταν από τους δημοφιλέστερους συγγραφείς στην Τουρκία και από τους
λίγους που μπορούσαν να ζήσουν από το πνευματικό τους έργο, που εκτός
από σατιρικά πεζογραφήματα περιλάμβανε θεατρικά έργα, ενθυμήματα,
ταξιδιωτικές εντυπώσεις, ποίηση και δοκίμια. Το 1972, με δική του
χρηματοδότηση άνοιξε τις πύλες του το Ίδρυμα Νεσίν, που παρείχε τροφή,
στέγη και εκπαίδευση σε ορφανά.
Τη δεκαετία του ’80, όταν την
Τουρκία κυβερνούσε η χούντα του στρατηγού Εβρέν, ο Νεσίν ύψωσε φωνή
διαμαρτυρίας και ανέλαβε την πρωτοβουλία για τη γνωστή «Επιστολή των
Διανοουμένων» («Aydünlar Dilekçeci»), που ασκούσε κριτική στο καθεστώς
και ζητούσε την επαναφορά της Δημοκρατίας. Ακολούθησε φυσικά δίκη και
καταδίκη. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του αφιερώθηκε στη μάχη
κατά του θρησκευτικού φανατισμού και αναδείχθηκε ένας από τους
ασυμβίβαστους επικριτές του Ισλάμ. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90
άρχισε να μεταφράζει τους «Σατανικούς Στίχους» του Σαλμάν Ρούσντι, που
ήταν καταδικασμένος σε θάνατο για το βιβλίο του αυτό από ισλαμικό φετφά
για προσβολή του Προφήτη Μωάμεθ. Ο Νεσίν έγινε στόχος των ισλαμιστών
στην Τουρκία και επικυρήχθηκε από έναν επιχειρηματία με το ποσό των
100.000 δολαρίων. Στις 2 Ιουλίου 1993, ενώ παρακολουθούσε μια
πολιτιστική εκδήλωση των Αλεβιτών στην πόλη Σιβάς (Σεβάστεια), ένα
εξαγριωμένο πλήθος φανατικών μουσουλμάνων πολιόρκησε το ξενοδοχείο και
στη συνέχεια το πυρπόλησε. Ο Αζίζ Νεσίν επέζησε, αλλά 37 άνθρωποι έχασαν
τη ζωή τους. Η κυβέρνηση κατηγόρησε δια στόματος της πρωθυπουργού
Τανσού Τσιλέρ τον ίδιο τον Νεσίν, επειδή είχε «προκαλέσει το πλήθος».
Ο Αζίζ Νεσίν με πολλά προβλήματα υγείας άφησε την τελευταία του πνοή
στις 6 Ιουλίου 1995. Υπέστη καρδιακή προσβολή την ώρα που υπέγραφε
βιβλία του σε βιβλιοπωλείο της Σμύρνης. Ο Αζίζ Νεσίν είναι ένας από τους
βασικούς εκπροσώπους του κριτικού ρεαλισμού στα τουρκικά γράμματα. Στην
πολιτική και κοινωνική του σάτιρα στηλιτεύει τα τρωτά της τουρκικής
κοινωνίας, που δεν είναι και λίγα. Αγαπημένοι του ήρωες είναι οι
άνθρωποι του λαού, εργαζόμενοι και άνεργοι. Τιμήθηκε με πολλές
διακρίσεις στην Τουρκία και το εξωτερικό. Το 1991 ήλθε στην Αθήνα για να
παραλάβει το βραβείο ελληνοτουρκικής φιλίας «Αμπντί Ιπεκτσί». Έργα του
έχουν μεταφραστεί σε τριάντα γλώσσες και στα ελληνικά. Το πιο γνωστό
είναι ο «Καφές και η Δημοκρατία», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις
«Θεμέλιο». Πηγή: sansimera.gr
Νικηφόρος Βρεττάκος,Ο ποιητής της ειρήνης και της αγάπης
Νικηφόρος Βρεττάκος
Ἂν δὲ μοῦ ῾δινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
Αὐτὰ τὰ χωράφια δὲ θἆταν δικά μου.
Ἐνῷ τώρα εὐτύχησα νἄχω μηλιές,
νὰ πετάξουνε κλώνους οἱ πέτρες μου,
νὰ γιομίσουν οἱ φοῦχτες μου ἥλιο,
ἡ ἔρημός μου λαό,
τὰ περιβόλια μου ἀηδόνια.
Το 2012 ήταν μια
χρονιά, που σηματοδοτήθηκε από τη κρίση, κρίση πολιτική, οικονομική,
ηθική, πολιτιστική. Όλοι τοποθετούνται και προσπαθούν να ερμηνεύσουν την
εθνική καταστροφή. Και εμείς με τη σειρά μας ψάχνουμε να βρούμε κάπου
μια διέξοδο. Αυτή τη διέξοδο, τη βρίσκουμε σε ανθρώπους που με το έργο
τους μας εμψυχώνουν και μας παρηγορούν σε αυτές τις δύσκολες στιγμές.
Νικηφόρος Βρεττάκος. Ο ποιητής της ειρήνης
και της αγάπης. Ο αφοσιωμένος αγωνιστής της δημοκρατίας και της εθνικής
ανεξαρτησίας. Ο προφητικός ποιητής. Ο ποιητής που ενδιαφέρεται για τον
άνθρωπο. Η ποίησή του είναι ελευθερία, είναι παρηγοριά, πόνος, αγάπη,
θλίψη και χαρά… Είναι διδασκαλία. Αρμονία και σύνθεση. Διαβάζοντάς την
γίνεσαι πιο συνειδητός άνθρωπος. Να, λοιπόν, η διέξοδος που έψαχνες! Η
διέξοδος αυτή, σύμφωνα με το Βρεττάκο είναι ο άνθρωπος και η αγάπη, το
τέλειο θαύμα της δημιουργίας!
Ο Βρεττάκος είναι εκτός των άλλων και ένας
τρυφερός ποιητής που προσπαθεί με την αγάπη να κάνει καλύτερο τον κόσμο.
Έχοντας περάσει μια ζωή με πολλές αντιξοότητες από τα παιδικά του
χρόνια, έχοντας πικραθεί, μεταστρέφει την πίκρα σε αγάπη την οποία
ανάγει σε ύψιστη δύναμη, που γίνεται το απαραίτητο στοιχείο της ύπαρξης
του ανθρώπου. Το υπουργείο πολιτισμού, το έτος 2012 και με αφορμή την
συμπλήρωση 100 χρόνων από τη γέννηση του (1912-2012), τίμησε τον ποιητή,
ανακηρύσσοντας το έτος, «Έτος Νικηφόρου Βρεττάκου». Μέσα στο 2012,
εκδηλώσεις, αφιερώματα, ποιητικές βραδιές τίμησαν τον Λάκωνα ποιητή. Αν ο
ποιητής έβλεπε από τον ουρανό, που τόσο εξύμνησε, την αγάπη που έχουμε
στη ποίησή του, ίσως δικαιωνόταν και αυτό το μεγαλείο αγάπης που μας
άφησε με τα ποιήματά του επέστρεφε και στον ίδιο με περίσσια δύναμη.
Ο Βρεττάκος, γεννημένος μες στη φύση, την
παρατηρεί και γράφει για αυτήν. Εξυμνεί και εμπνέεται από τη λακωνική
γη, όπως και από τον Ταΰγετο που τόσο αγάπησε. Η ποίησή του, επίσης,
διακρίνεται για την έντονη θρησκευτικότητα της.
Μιά μυγδαλιά καί δίπλα της,ἐσύ.
Μά πότε ἀνθίσατε;
Στέκομαι στό παράθυρο
καί σᾶς κοιτῶ καί κλαίω.
Τόση χαρά δέν τήν μποροῦν τά μάτια.
Δός μου, Θεέ μου,
ὅλες τίς στέρνες τ’ οὐρανοῦ νά τίς γιομίσω. (Από τη συλλογή «Ο χρόνος και το ποτάμι»)
Ο ποιητής της ελεύθερης φαντασίας
Γράμματα Εις Εαυτόν βιβλίο
Η ποίηση του Νικηφόρου Βρεττάκου είναι απλή
αλλά πλήρης, διακρίνεται για το θεματικό και λυρικό της πλούτο. Ὁ
Νικηφόρος Βρεττάκος, γράφει ο Μιχαὴλ Περάνθης, είναι «ο Ποιητής της
ελεύθερης φαντασίας, αφήνεται σε λυρικές ονειροπολήσεις, άλλοτε στους
κανόνες της μετρικής και, συχνότερα, σε ρυθμική διαδοχή στίχων.
Ιδιοσυγκρασία ευαίσθητη, φύση συναισθηματική και γνησίως λυρική, τυλίγει
τα γραφτά του με μια διάχυση τρυφερότητας, δίνοντάς τους το άπλωμα, το
γύρισμα και την ελαστικότητα της φαντασίας του»
Έχω ήδη αφήσει τη καρδιά μου στη γη..
Ο Νικηφόρος Βρεττάκος γεννήθηκε για τη
ποίηση. Η ποίηση ήταν η ζωή του και η ζωή του η ποίηση. Παρατηρεί τα
απλά πράγματα και δημιουργεί θησαυρούς με τις λέξεις. Με απλότητα
γίνεται πλήρης ένας στίχος του, με την καρδιά του, αφήνει στους
ανθρώπους, μια ποίηση για πάντα…
«Ἔχω ἤδη ἀφήσει τὴν καρδιά μου στὴ γῆ
νὰ χτυπάει μονάχη της.
Νὰ μποροῦν νὰ τὴν ἔχουν
στὶς σάκκες τους τὰ παιδιά, νὰ τὴν μετακινοῦνε
οἱ ταξιδιῶτες. Κ’ οἱ πικραμένοι
ποὺ ξέμειναν ἀπὸ ἥλιο, ν’ ἀκοῦν
το φλοῖσβο του μέσα της.» (Από την
ανέκδοτη ποιητική συλλογή «Το Χρυσό Αμάξι» που τυπώθηκε το 2000 από την
«Εταιρεία των Φίλων του Μυστρά και της Ιστορίας του).
Αποχαιρετιστήριο
Τον Δεκέμβριο του 1963 δημοσιεύθηκε στο
περιοδικό Αυγή, η τελευταία συνεισφορά του Ν. Βρεττάκου, με τίτλο
«Αποχαιρετιστήριο», που αποτελεί ύμνο για τον απλό άνθρωπο.
«…Δεν υπάρχει μεγαλύτερο πράγμα από το
να νιώθεις ισότιμος με τον απλό άνθρωπο, με τα καθαρά αισθήματα, με τον
άνθρωπο τον εξαγιασμένο από το μόχθο, τον άνθρωπο που σκάβει τη γη, τον
άνθρωπο που δουλεύει στο εργοστάσιο, τον υπάλληλο, το λογιστή, το
βιοτέχνη, που περιμένει τη χαρά της ζωής, κρατώντας το άνθος της ελπίδας
στο χέρι του. Με τον άνθρωπο που έχει εχτιμήσει σωστά την αξία του
ήλιου, την αξία του χώματος της πατρίδας του, την αξία της ελευθερίας
και της δημοκρατίας, την αξία της ειρήνης…».
«…Πάντοτε πίστευα πως η ‘αξία’
βρίσκεται πολύ βαθιά μέσα στον άνθρωπο, στην απόρρητη κρύπτη της
καρδιάς, όπως το μαργαριτάρι στο βάθος του ερμητικά κλεισμένου στρειδιού
και πώς η μεγαλωσύνη του έθνους φυλάσσεται μέσα στα βάθη των λασπωμένων
ξωμάχων, των ρακένδυτων εργατών, κι όλων γενικά των ταπεινών αγνοημένων
που η πνοή τους συνενώνεται κάποτε, γίνεται εθνικός αγέρας και
συγκλονίζει. Γράφοντας το ταχτικό αυτό χρονογράφημα, νομίζω πως
συνομίλησα μαζί τους, έζησα μαζί τους, μοίρασα μαζί τους τη λύπη, το
φόβο, τη χαρά, την ελπίδα. Κι είναι μεγάλη η τιμή να ζεις ανάμεσα σ’
αυτό το κλίμα της απλότητας και της υγείας, που αγωνίζεται να
ξεσκλαβωθεί και να πάρει την ανιούσα, αποκαθηλώνοντας την ελληνική
μοίρα, μια μοίρα που ανατέλλει από τις αλλεπάλληλες σκλαβιές όπως ο
ήλιος από τα αλλεπάλληλα σκοτεινά σύννεφα…».
Πλούμιτσα 2013
Μες στη παγωμένη χειμωνιάτικη νύχτα οι αμυγδαλιές αναμένουν την
άνοιξη που θα έρθει μες στις ψυχές μας. Οι ελιές, οι πορτοκαλιές,
ευγνωμονούν τον ποιητή που τους εξύμνησε, χαρίζοντάς μας καρπούς. Ο
Βρεττάκος ζει. Ο Επίλογος δεν έχει γραφτεί. Υπάρχει στο Ταΰγετο, υπάρχει
στη λακωνική γη, υπάρχει στην Ελλάδα, στις καρδιές μας, υπάρχει μέσα
στα ποιήματά του και θα μας χαρίζει αενάως την ελπίδα και την αγάπη. Πλούμιτσα
Ἐ π ί λ ο γ ο ς
Τό παιχνίδι ἐτελείωσε. Ἕνα ἀγέρι, ἰριδίζοντας,
σάλεψε ἄξαφνα τά κλώνια τῆς νύχτας.
Μ’ ἐπισκέπτεσαι, φεύγεις, ἐπανέρχεσαι,
φεύγεις, μ’ ἕνα πρόσωπο ἀέρινο
πού μοιάζει ὡς νά τὄχουν σχεδιάσει μέ φῶς
πάνω σ’ ἕνα χαμόγελο. (Από τη συλλογή «Το βάθος του κόσμου»).
Βιογραφία
Ο Νικηφόρος Βρεττάκος γεννήθηκε το 1912
στις Κροκεές Λακωνίας. Είναι το δεύτερο, από τα έξι παιδιά, του
Κωνσταντίνου Βρεττάκου και της Ευγενίας Παντελεάκη. Περνά τα νηπιακά του
χρόνια στο πατρικό κτήμα στην περιοχή Πλούμιτσα, όπου υπάρχουν μόνον
τα δύο μεγάλα σπίτια, του πατέρα και του θείου του και το οικογενειακό
εκκλησάκι του Αη-Γιώργη. Ο τόπος αυτός του φυσικού κάλλους και της
παιδικής αμεριμνησίας θα επιδράσει καταλυτικά στη ψυχοσύνθεση του
Νικηφόρου και στη διαμόρφωση της ποιητικής του ιδιοσυγκρασίας. Το 1917 η
οικογένεια μετακομίζει στις Κροκεές. Ο Νικηφόρος εγγράφεται μαθητής στο
Δημοτικό σχολείο του χωριού. Το 1921 τελειώνει το Δημοτικό και
συνεχίζει στο Ημιγυμνάσιο Κροκεών από το οποίο παρά τις οικονομικές
δυσχέρειες και τη βαριά αρρώστια του πατέρα του, αποφοιτά το 1923. Στη
συνέχεια εγγράφεται στο Γυμνασίο Γυθείου όπου φοιτά με πολλές δυσκολίες
λόγω της οικονομικής δυσπραγίας της οικογένειάς του. Συγκατοικεί με τον
φίλο του Θαλή Κουτούπη. Στο ίδιο σχολείο, την ίδια χρονική περίοδο,
φοιτά και ο Γιάννης Ρίτσος. Το 1928 δίνει δύο διαλέξεις στην Εμπορική
Λέσχη Γυθείου με θέματα από «τη Δικαιοσύνη και την Παιδεία ως τη
διάσπαση του ατόμου».
Μετά το γυμνάσιο φεύγει για την Αθήνα και
σπάνια πλέον πηγαίνει στο χωριό, κι όταν πηγαίνει το κάνει για να δει τη
μητέρα του την οποία υπεραγαπούσε. Ακολούθησαν χρόνια πικρά και
δύσκολα. Ο πατέρας του πέθανε και η μητέρα του άφησε την Πλούμιτσα και
εγκαταστάθηκε μόνιμα στις Κροκεές μαζί με τα αδέρφια του, Σοφία και
Μιχάλη.
Ο Νικηφόρος Βρεττάκος παντρεύτηκε το 1934
την Πίτσα Αποστολίδου με την οποία είχαν δύο παιδιά, τον Κώστα και την
Τζένη. Πολέμησε στην Αλβανία το 1940-41 και το 1942 έλαβε μέρος στην
Εθνική Αντίσταση.
Ο Λάκωνας ποιητής, κατά τη διάρκεια της
χουντικής διδακτορίας, το 1967 αυτοεξορίστηκε. Όταν, με τη
μεταπολίτευση, ξαναγύρισε από την ξενιτιά, θαρρείς και ανακάλυψε τη
γενέθλια του γη, εγκαταστάθηκε σχεδόν μόνιμα στις Κροκεές. Στις αρχές
του 1980 έφτιαξε ένα μικρό σπιτάκι δίπλα στα χαλάσματα της Πλούμιτσας
όπου και έγραψε πολλά από τα έργα του αγναντεύοντας το φίλο του τον
Ταΰγετο.
Ο Νικηφόρος Βρεττάκος τιμήθηκε με πολλά
Ελληνικά και ξένα βραβεία, ενώ προτάθηκε ως υποψήφιος για το βραβείο
Νόμπελ στην ποίηση. Την Κυριακή 4 του Αυγούστου 1991, το πρωί, ο ποιητής
του Έθνους άφησε την τελευταία του πνοή στην αγαπημένη του Πλούμιτσα.
Συγγραφικό έργο
Η
ποιητική εργογραφία του Βρεττάκου χωρίζεται σε τρεις περιόδους. Η πρώτη
περιλαμβάνει τα έτη από το 1929 έως το 1938 και κυριαρχείται από ένα
κλίμα μελαγχολίας και απαισιοδοξίας που οφείλεται στα προσωπικά του
βιώματα αλλά και στο γενικότερο κλίμα πεσιμισμού της νεοελληνικής
συμβολικής ποίησης . Ο ποιητής συγκρούεται με τη φύση και την κοινωνία
και αισθάνεται την περιθωριοποίησή του.
Η δεύτερη ποιητική του περίοδος ξεκινά από
το 1939 και τελειώνει το 1950 αλλά αυτή τη φορά χαρακτηρίζεται από
αισιοδοξία και αγωνιστικότητα. Ο Βρεττάκος συμφιλιώνεται με το θάνατο,
το φως και τον ήλιο. Σε αυτή τη περίοδο τα έργα του συμπίπτουν με
σημαντικότατα ιστορικοκοινωνικά γεγονότα όπως τον Β’ Παγκόσμιος πόλεμο,
την εθνική αντίσταση, την τραγωδία του εμφυλίου και την κατοχή.
Στην Τρίτη ποιητική περίοδο (1961-1974) τον Βρεττάκο θα τον απασχολήσουν οι έννοιες φως, φύση, αγάπη και αγνότητα.
Η τέταρτη και τελευταία ποιητική περίοδος
(1975-1990) χαρακτηρίζεται από αισιοδοξία που έχει διάρκεια. Μιλά στα
ποιήματά του για μια ανθρωπινότερη ζωή, για μια διαρκή εγρήγορση και
επανάσταση.
Τίποτα
δεν μπορεί να μπει εμπόδιο ανάμεσα στο πάθος του ερωτευμένου για δυο
μάτια ,& στην περιέργεια ενος παιδιού να ανακαλύψει τον κόσμο.... Γ.Ρίτσος ΚΑΛΗΜΕΡΑ!!!!
"Ο,τι και αν είναι αυτό που αγαπάς, κάποια στιγμή θα το χάσεις, στο τέλος όμως, η αγάπη θα επιστρέψει με διαφορετικό πρόσωπο." .................................................................
Μια ιστορία λέει ότι ο Φραντς Κάφκα, περπατώντας σε ένα πάρκο, βρήκε
ένα μικρό κοριτσάκι που έκλαιγε. Είχε χάσει την κούκλα που τόσο
αγαπούσε, την μικρή κούκλα που είχε παρέα πάντα δίπλα της. Ο Κάφκα
της είπε πως θα ψάξει και αυτός για την κούκλα της, αρχίζοντας το ψάξιμο
μαζί της. Αφού δεν κατάφερε να την βρεί, έγραψε ένα γράμμα, το οποίο
έδωσε στην μικρή λέγοντας πως το άφησε η κούκλα για εκείνη. Το γράμμα έλεγε τα παρακάτω: "Mην κλαίς, θα κάνω ένα ταξίδι για να γνωρίσω τον κόσμο, θα σου γράφω τις εμπειρίες μου."
Το πρώτο γράμμα ακολούθησε το δεύτερο και μετά πολλά άλλα γράμματα που ο
Κάφκα διάβαζε στην μικρή για της περιπέτειες της κούκλας της. Κάθε φορά
που το κοριτσάκι και ο Φράντς βρισκόντουσαν στο πάρκο τις διάβαζε τα
καινούρια γράμματα που έγραφε η κούκλα της, στο ταξίδι αναζήτησης του
κόσμου. Το τελευταίο γράμμα ήταν καρφιτσωμένο πάνω στο φόρεμα της
κούκλας, όμως όχι της ίδιας κούκλας που είχε χάσει. Η κούκλα είχε
αλλάξει, η μικρή το έβλεπε αυτό. Το γράμμα της κούκλας έγραφε: "Tα
ταξίδια που 'εκανα με έχουν αλλάξει". Μετά απο χρόνια, η μικρή
βρήκε μέσα στην κούκλα της ένα γράμμα που έγραφε: "Ο,τι και αν είναι
αυτό που αγαπάς, κάποια στιγμή θα το χάσεις, στο τέλος όμως, η αγάπη θα
επιστρέψει με διαφορετικό πρόσωπο." Η ιστορία αυτή, βγαλμένη σαν
παραμύθι από την ζωή του Κάφκα μας δίνει δύο υπέροχα μηνύματα. Η απώλεια
και η δυστυχία βρίσκονται παντού, ακόμα και στην ζωή ενός μικρού
κοριτσιού. Ο δρόμος προς την ευτυχία, είναι να καταλάβουμε τα
διαφορετικά πρόσωπα της αγάπης.