Σ' έναν από τους μύθους του Αισώπου διαβάζουμε, πως ένας άσωτος και σπάταλος νέος, αφού έφαγε όλη του την περιουσία, δεν του είχε απομείνει παρά ο καινούριος του χονδρός εξωτερικός μανδύας. Κάποια μέρα, λοιπόν, που τυχαία είδε ένα χελιδόνι να πετάει έξω από το παράθυρό του, φαντάστηκε πως ο χειμώνας είχε περάσει και πως ήρθε πια η άνοιξη. Πούλησε τότε και το μανδύα σαν αχρείαστο. Αλλά το χειμωνιάτικο κρύο είχε άλλη γνώμη και ξαναγύρισε την άλλη μέρα πιο τσουχτερό. Οι αρχαίοι χρησιμοποιούσαν τη φράση αυτή με τα λόγια: « μία χελιδών έαρ ου ποιεί». Κατά τον Αριστοτέλη: «Το γάρ έαρ ούτε μία χελιδών ποιεί ούτε μία ημέρα». Επίσης, συγγενική είναι η φράση: «Μ' ένα χελιδόνι, καλοκαίρι δεν κάνει, ούτε μια μέλισσα μέλι» και «μ' ένα λουλούδι καλοκαίρι δε γίνεται».
Τετάρτη 1 Μαρτίου 2017
ΕΝΑ ΧΕΛΙΔΟΝΙ ΔΕ ΦΕΡΝΕΙ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ
Σ' έναν από τους μύθους του Αισώπου διαβάζουμε, πως ένας άσωτος και σπάταλος νέος, αφού έφαγε όλη του την περιουσία, δεν του είχε απομείνει παρά ο καινούριος του χονδρός εξωτερικός μανδύας. Κάποια μέρα, λοιπόν, που τυχαία είδε ένα χελιδόνι να πετάει έξω από το παράθυρό του, φαντάστηκε πως ο χειμώνας είχε περάσει και πως ήρθε πια η άνοιξη. Πούλησε τότε και το μανδύα σαν αχρείαστο. Αλλά το χειμωνιάτικο κρύο είχε άλλη γνώμη και ξαναγύρισε την άλλη μέρα πιο τσουχτερό. Οι αρχαίοι χρησιμοποιούσαν τη φράση αυτή με τα λόγια: « μία χελιδών έαρ ου ποιεί». Κατά τον Αριστοτέλη: «Το γάρ έαρ ούτε μία χελιδών ποιεί ούτε μία ημέρα». Επίσης, συγγενική είναι η φράση: «Μ' ένα χελιδόνι, καλοκαίρι δεν κάνει, ούτε μια μέλισσα μέλι» και «μ' ένα λουλούδι καλοκαίρι δε γίνεται».
ΧΕΛΙΔΟΝΙΣΜΑΤΑ
Την αρχαία εποχή, με την είσοδο της άνοιξης και με την εμφάνιση των πρώτων χελιδονιών τα παιδιά τραγουδούσανε ειδικό χελιδόνισμα, οι πρώτοι στίχοι του οποίου ήταν οι εξής:
«Ηλθ' ήλθε χελιδών
καλάς ώρας άγουσα
καλούς ενιαυτούς
επί γαστέρι λευκά
κηπί (και επί) νώτα μέλαινα».
Το χελιδόνισμα αυτό ήταν συνηθισμένο και κατά τους βυζαντινούς χρόνους.
Οι χελιδονιστές ήταν κυρίως παιδιά αλλά και ενήλικες και έφεραν μαζί τους ξύλινο ομοίωμα χελιδόνας την 1η Μαρτίου. Ο πρώτος από την ομάδα των καλαντιστών κρατούσε συνήθως ένα σφαιρικό στεφάνι από λουλούδια, πάνω στο οποίο γύριζε ένα ομοίωμα χελιδονιού, γι’ αυτό το τραγούδι που έλεγαν και είναι γνωστό ως τραγούδι της χελιδόνας, γιατί τον Μάρτιο πρωτοεμφανίζονται τα χελιδόνια.
Τα παιδιά γέμιζαν ένα καλάθι με φύλλα κισσού και το περνούσαν από ένα ραβδί. Στην άκρη του έβαζαν την ξύλινη χελιδόνα. Γύρω στο λαιμό τους έβαζαν κουδουνάκια που σήμαιναν χαρμόσυνα όσο προχωρούσαν.
Αφού τραγουδούσαν τα κάλαντα σε κάθε νοικοκυρά, εκείνη έπαιρνε λίγα φύλλα κισσού από το καλάθι και τα τοποθετούσε στο κοτέτσι, για να γεννούν πολλά αυγά οι κότες της. Είναι γενικότερα γνωστό πώς ο σκουροπράσινος κισσός είναι σύμβολο της αμάραντης βλάστησης και το θεωρούν ως μέσο ικανό να μεταδώσει τη θαλερότητα και τη γονιμότητα στις κότες.
Οι αρχαίοι χελιδονιστές, όπως και οι νεότεροι, απαιτούσαν πλούσια την αμοιβή τους για τον κόπο τους. Απειλούσαν πως αν δεν αμείβονταν ανάλογα, θα ξήλωναν τα πορτοπαράθυρα του σπιτιού και θα έκλεβαν τη νοικοκυρά.
«Ηλθ' ήλθε χελιδών
καλάς ώρας άγουσα
καλούς ενιαυτούς
επί γαστέρι λευκά
κηπί (και επί) νώτα μέλαινα».
Το χελιδόνισμα αυτό ήταν συνηθισμένο και κατά τους βυζαντινούς χρόνους.
Οι χελιδονιστές ήταν κυρίως παιδιά αλλά και ενήλικες και έφεραν μαζί τους ξύλινο ομοίωμα χελιδόνας την 1η Μαρτίου. Ο πρώτος από την ομάδα των καλαντιστών κρατούσε συνήθως ένα σφαιρικό στεφάνι από λουλούδια, πάνω στο οποίο γύριζε ένα ομοίωμα χελιδονιού, γι’ αυτό το τραγούδι που έλεγαν και είναι γνωστό ως τραγούδι της χελιδόνας, γιατί τον Μάρτιο πρωτοεμφανίζονται τα χελιδόνια.
Τα παιδιά γέμιζαν ένα καλάθι με φύλλα κισσού και το περνούσαν από ένα ραβδί. Στην άκρη του έβαζαν την ξύλινη χελιδόνα. Γύρω στο λαιμό τους έβαζαν κουδουνάκια που σήμαιναν χαρμόσυνα όσο προχωρούσαν.
Αφού τραγουδούσαν τα κάλαντα σε κάθε νοικοκυρά, εκείνη έπαιρνε λίγα φύλλα κισσού από το καλάθι και τα τοποθετούσε στο κοτέτσι, για να γεννούν πολλά αυγά οι κότες της. Είναι γενικότερα γνωστό πώς ο σκουροπράσινος κισσός είναι σύμβολο της αμάραντης βλάστησης και το θεωρούν ως μέσο ικανό να μεταδώσει τη θαλερότητα και τη γονιμότητα στις κότες.
Οι αρχαίοι χελιδονιστές, όπως και οι νεότεροι, απαιτούσαν πλούσια την αμοιβή τους για τον κόπο τους. Απειλούσαν πως αν δεν αμείβονταν ανάλογα, θα ξήλωναν τα πορτοπαράθυρα του σπιτιού και θα έκλεβαν τη νοικοκυρά.
ΛΑΪΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΡΤΗ.... Η ΚΑΤΕΡΓΑΡΙΑ ΤΟΥ ΜΑΡΤΗ
Στα πολύ παλιά χρόνια ο Μάρτης ήταν ο πρώτος μήνας του έτους. Μια κατεργαριά όμως που έκαμε σε βάρος των άλλων μηνών που ήταν τα αδέλφια του στάθηκε αιτία για να του πάρει την πρωτοκαθεδρία ο Γενάρης.
«Μια φορά κι έναν καιρό αποφασίσανε οι δώδεκα μήνες να φτιάξουνε κρασί σε ένα βαρέλι ώστε να μπορούν να πίνουν όποτε τους ερχόταν η όρεξη.
Έτσι λοιπόν είπε ο Μάρτης:
- Εγώ θα ρίξω πρώτος μούστο στο βαρέλι για να γίνει κρασί και ύστερα ρίχνετε κι εσείς.
- Καλά, ρίξε εσύ πρώτος του είπαν οι άλλοι.
Έτσι και έγινε. Έριξε πρώτα εκείνος στο βαρέλι το μούστο και ύστερα ακολούθησαν και οι άλλοι μήνες.
Όταν λοιπόν ζυμώθηκε ο μούστος και έγινε το κρασί, είπε πάλι ο Μάρτης.
- Εγώ που έριξα πρώτος το μούστο, πρώτος θ' αρχίσω και να πίνω.
-Βέβαια, είπαν οι άλλοι, έτσι είναι το σωστό.
Έτσι λοιπόν τρύπησε το βαρέλι στο κάτω μέρος, και άρχισε να πίνει, ως που ήπιε όλο το κρασί και δεν άφησε ούτε στάλα. Κατόπιν ήρθε η σειρά του Απρίλη να πάει να πιει κρασί. Πηγαίνει και το βρίσκει άδειο. Θυμώνει, το λέει στους άλλους. Τ' ακούνε εκείνοι θυμώνουνε και σκέφτονται τι να κάνουν. Συμφωνούν όλοι λοιπόν να τον τιμωρήσει ο Γενάρης που ήταν και ο μεγαλύτερος αδελφός. Τον πιάνει λοιπόν ο Γενάρης και του τραβάει ένα γερό χέρι ξύλο. Του αφαιρεί και το πρωτείο που είχε, να αρχίζει δηλαδή το έτος κάθε Μάρτη, και έγινε να αρχίζει το έτος από το Γενάρη.
Από τότε όταν ο Μάρτης θυμάται το παιχνίδι που έκανε στα αδέλφια του και τους ήπιε όλο το κρασί, γελάει και ο καιρός ξαστερώνει. Όταν πάλι θυμάται το ξύλο που έφαγε κλαίει και βρέχει».
Η ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥ ΜΑΡΤΗ
Κάποτε οι μήνες αποφάσισαν να παντρευτούν. Ο καθένας βρήκε μια γυναίκα που του άρεσε και την παντρεύτηκε. Ο Μάρτης δε φρόντισε το ζήτημα μόνος του και έβαλε προξενητάδες να του βρούνε μια γυναίκα. Εκείνοι του φέρανε μια κοπέλα η οποία ήταν τυλιγμένη με ένα μαντίλι και του είπαν ότι είναι πολύ όμορφη. Ευκολόπιστος όπως ήταν, την παντρεύτηκε. Όταν όμως έμειναν μόνοι και έβγαλε το μαντίλι της, τι να δει; Δεν υπήρχε πιο άσχημη στον κόσμο!
Από τότε κάθε φορά που τη θυμόταν άστραφτε, βροντούσε, έβρεχε, έριχνε μπόρες, έκανε παγωνιές. Μόνο όταν ξεχνιόταν μερικές φορές, ηρεμούσε, γαλήνευε κι έκανε καλό καιρό!
Στη Μεσσηνία, λόγου χάρη, λένε ότι η γυναίκα που παντρεύτηκε ο Μάρτης, από μπροστά ήταν πολύ άσχημη, ενώ από πίσω ήταν πολύ όμορφη. Όταν ο Μάρτης τη βλέπει καταπρόσωπο κλαίει και ο καιρός χαλάει, όταν όμως την κοιτάζει από τις πλάτες ευχαριστιέται και ο καιρός καλοσυνεύει.
Γι' αυτό λέγεται και η παροιμία: «Ο Μάρτης πότε κλαίει και πότε γελάει».
Από τότε κάθε φορά που τη θυμόταν άστραφτε, βροντούσε, έβρεχε, έριχνε μπόρες, έκανε παγωνιές. Μόνο όταν ξεχνιόταν μερικές φορές, ηρεμούσε, γαλήνευε κι έκανε καλό καιρό!
Στη Μεσσηνία, λόγου χάρη, λένε ότι η γυναίκα που παντρεύτηκε ο Μάρτης, από μπροστά ήταν πολύ άσχημη, ενώ από πίσω ήταν πολύ όμορφη. Όταν ο Μάρτης τη βλέπει καταπρόσωπο κλαίει και ο καιρός χαλάει, όταν όμως την κοιτάζει από τις πλάτες ευχαριστιέται και ο καιρός καλοσυνεύει.
Γι' αυτό λέγεται και η παροιμία: «Ο Μάρτης πότε κλαίει και πότε γελάει».
Σε άλλες περιοχές η παράδοση θέλει το Μάρτη νε έχει δύο γυναίκες, την μια πολύ όμορφη και φτωχή και την άλλη πολύ άσχημη και πλούσια. Ο Μάρτης κοιμάται στην μέση και όταν γυρίζει κατά την άσχημη, κατσουφιάζει και ο καιρός χαλάει, όταν όμως γυρίζει κατά την όμορφη, χαίρεται και γελάει, και ο καιρός είναι καλός. ζεστός με ήλιο. Τις περισσότερες φορές όμως γυρίζει κατά την άσχημη επειδή αυτή είναι η πλούσια που τρέφει και την φτωχή, την όμορφη.
Ο «Μάρτης» ή «Μαρτιά»
EΘΙΜΑ & ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ
Ο «Μάρτης» ή «Μαρτιά» είναι ένα παμπάλαιο έθιμο εξαπλωμένο σε όλα τα Βαλκάνια, λόγω της υιοθέτησής του από τους Βυζαντινούς, οι οποίοι και το διατήρησαν. Πιστεύεται ότι έχει τις ρίζες του στην Αρχαία Ελλάδα, και συγκεκριμένα στα Ελευσίνια Μυστήρια, επειδή οι μύστες των Ελευσίνιων Μυστηρίων συνήθιζαν να δένουν μια κλωστή, την «Κρόκη», στο δεξί τους χέρι και το αριστερό τους πόδι.
Από την πρώτη ημέρα του μήνα, τα παιδιά φορούν στον καρπό του χεριού τους ένα βραχιολάκι, φτιαγμένο από στριμμένη άσπρη και κόκκινη κλωστή, τον «Μάρτη» ή «Μαρτιά». Σύμφωνα με την λαϊκή παράδοση, ο «Μάρτης» προστατεύει τα πρόσωπα των παιδιών από τον πρώτο ήλιο της Άνοιξης, για να μην καούν και μαυρίσουν διότι η μαυρίλα σήμαινε ασχήμια, προπάντων για τα κορίτσια που η παράδοση τα ήθελε άσπρα και ροδομάγουλα: «Οπόχει κόρην ακριβή, του Μαρτ’ ο ήλιος μην τη γδή». Συνηθίζεται να φοριέται μέχρι τέλος του μήνα. Ύστερα αφού τον βγάλουν, τον κρεμούν στις τριανταφυλλιές, ώστε να γίνουν τα μάγουλά τους κόκκινα σαν τριαντάφυλλα.
Σε κάποιες περιοχές της χώρας κρεμούσαν την κλωστή όλη την νύχτα στα κλαδιά μιας τριανταφυλλιάς για να χαρίσουν ανθοφορία, ενώ σε άλλες περιοχές την έβαζαν γύρω από τις στάμνες για να προστατέψουν το νερό από τον ήλιο και να το διατηρήσουν κρύο. Σε άλλες περιοχές το φορούσαν μέχρι να φανούν τα πρώτα χελιδόνια, όπου και το άφηναν πάνω σε τριανταφυλλιές, ώστε να τον πάρουν τα πουλιά για να χτίσουν την φωλιά τους.
Επίσης, τα μονοετή βρέφη λέγονταν πρωτομαρτούδκια και τα περιτυλίγουν με εφτά μάρτιδες, για να μείνουν άσπρα στη μορφή. Λέγανε ότι το παιδί που γεννιέται το Μάρτη είναι ευτυχισμένο.
Τηρώντας παραδόσεις και έθιμα αιώνων, οι Βούλγαροι, την πρώτη ημέρα του Μάρτη, φορούν στο πέτο τους στολίδια φτιαγμένα από άσπρες και κόκκινες κλωστές που αποκαλούνται «Μαρτενίτσα». Σε ορισμένες περιοχές της Βουλγαρίας, οι κάτοικοι τοποθετούν έξω από τα σπίτια τους ένα κομμάτι κόκκινου υφάσματος για να μην τους «κάψει η γιαγιά Μάρτα», η οποία είναι η θηλυκή προσωποποίηση του μήνα Μάρτη. Η «Μαρτενίτσα» λειτουργεί στην συνείδηση του βουλγαρικού λαού ως φυλαχτό, το οποίο μάλιστα είθισται να προσφέρεται ως δώρο μεταξύ των μελών της οικογένειας, συνοδευόμενο από ευχές για υγεία και ευημερία.
Ο «Μάρτης» ή «Μαρτιά» είναι ένα παμπάλαιο έθιμο εξαπλωμένο σε όλα τα Βαλκάνια, λόγω της υιοθέτησής του από τους Βυζαντινούς, οι οποίοι και το διατήρησαν. Πιστεύεται ότι έχει τις ρίζες του στην Αρχαία Ελλάδα, και συγκεκριμένα στα Ελευσίνια Μυστήρια, επειδή οι μύστες των Ελευσίνιων Μυστηρίων συνήθιζαν να δένουν μια κλωστή, την «Κρόκη», στο δεξί τους χέρι και το αριστερό τους πόδι.
Από την πρώτη ημέρα του μήνα, τα παιδιά φορούν στον καρπό του χεριού τους ένα βραχιολάκι, φτιαγμένο από στριμμένη άσπρη και κόκκινη κλωστή, τον «Μάρτη» ή «Μαρτιά». Σύμφωνα με την λαϊκή παράδοση, ο «Μάρτης» προστατεύει τα πρόσωπα των παιδιών από τον πρώτο ήλιο της Άνοιξης, για να μην καούν και μαυρίσουν διότι η μαυρίλα σήμαινε ασχήμια, προπάντων για τα κορίτσια που η παράδοση τα ήθελε άσπρα και ροδομάγουλα: «Οπόχει κόρην ακριβή, του Μαρτ’ ο ήλιος μην τη γδή». Συνηθίζεται να φοριέται μέχρι τέλος του μήνα. Ύστερα αφού τον βγάλουν, τον κρεμούν στις τριανταφυλλιές, ώστε να γίνουν τα μάγουλά τους κόκκινα σαν τριαντάφυλλα.
Σε κάποιες περιοχές της χώρας κρεμούσαν την κλωστή όλη την νύχτα στα κλαδιά μιας τριανταφυλλιάς για να χαρίσουν ανθοφορία, ενώ σε άλλες περιοχές την έβαζαν γύρω από τις στάμνες για να προστατέψουν το νερό από τον ήλιο και να το διατηρήσουν κρύο. Σε άλλες περιοχές το φορούσαν μέχρι να φανούν τα πρώτα χελιδόνια, όπου και το άφηναν πάνω σε τριανταφυλλιές, ώστε να τον πάρουν τα πουλιά για να χτίσουν την φωλιά τους.
Επίσης, τα μονοετή βρέφη λέγονταν πρωτομαρτούδκια και τα περιτυλίγουν με εφτά μάρτιδες, για να μείνουν άσπρα στη μορφή. Λέγανε ότι το παιδί που γεννιέται το Μάρτη είναι ευτυχισμένο.
Τηρώντας παραδόσεις και έθιμα αιώνων, οι Βούλγαροι, την πρώτη ημέρα του Μάρτη, φορούν στο πέτο τους στολίδια φτιαγμένα από άσπρες και κόκκινες κλωστές που αποκαλούνται «Μαρτενίτσα». Σε ορισμένες περιοχές της Βουλγαρίας, οι κάτοικοι τοποθετούν έξω από τα σπίτια τους ένα κομμάτι κόκκινου υφάσματος για να μην τους «κάψει η γιαγιά Μάρτα», η οποία είναι η θηλυκή προσωποποίηση του μήνα Μάρτη. Η «Μαρτενίτσα» λειτουργεί στην συνείδηση του βουλγαρικού λαού ως φυλαχτό, το οποίο μάλιστα είθισται να προσφέρεται ως δώρο μεταξύ των μελών της οικογένειας, συνοδευόμενο από ευχές για υγεία και ευημερία.
Το ασπροκόκκινο στολίδι της 1ης του Μάρτη φέρει στα ρουμανικά την ονομασία «Μαρτιζόρ». Η κόκκινη κλωστή συμβολίζει την αγάπη για το ωραίο και η άσπρη την αγνότητα του φυτού χιονόφιλος, που ανθίζει τον Μάρτιο και είναι στενά συνδεδεμένο με αρκετά έθιμα και παραδόσεις της Ρουμανίας. Σύμφωνα με την μυθολογία, ο Θεός Ήλιος μεταμορφώθηκε σε νεαρό άνδρα και κατέβηκε στην Γη για να πάρει μέρος σε μια γιορτή. Τον απήγαγε, όμως, ένας δράκος, με αποτέλεσμα να χαθεί και να βυθιστεί ο κόσμος στο σκοτάδι. Μια ημέρα ένας νεαρός, μαζί με τους συντρόφους του σκότωσε τον δράκο και απελευθέρωσε τον Ήλιο, φέροντας την άνοιξη. Ο νεαρός έχασε την ζωή του και το αίμα του, σύμφωνα με τον μύθο, έβαψε κόκκινο το χιόνι. Από τότε, συνηθίζεται την 1η του Μάρτη όλοι οι νεαροί να πλέκουν το «Μαρτισόρ», με κόκκινη κλωστή που συμβολίζει το αίμα του νεαρού άνδρα και την αγάπη προς τη θυσία και άσπρη που συμβολίζει την αγνότητα.
ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΜΑΡΤΗ
Ο Μάρτης είναι ο τρίτος κατά σειρά μήνας του χρόνου κατά το Γρηγοριανό Hμερολόγιο και έχει 31 ημέρες. Πήρε το όνομά του από το Ρωμαίο θεό του πολέμου Mars δηλ. τον Άρη. Όπως λέει η ρωμαϊκή ιστορία οι ιδρυτές της Ρώμης, Ρώμος και Ρωμύλος, ονόμασαν αυτόν τον πρώτο μήνα Μάρτιο, προς τιμή του πατέρα τους και γενάρχη των Ρωμαίων του θεού Άρη. Για τούτο και κατά τον Πλούταρχο αναφέρεται πως ο Μάρτιος απεικονίζεται ως άνδρας ενδεδυμένος με δέρμα λύκαινας. Επίσης τον πρώτο μήνα της άνοιξης οι Ρωμαίοι άρχιζαν τις πολεμικές επιχειρήσεις.
Κατά τους χρόνους όμως της «ελεύθερης ρωμαϊκής πολιτείας» ο μήνας αυτός ήταν αφιερωμένος στον θεό Ερμή. Αργότερα μετακινήθηκε σαν τρίτος μήνας και ο πρώτος προς τιμή του ειρηνικού θεού Ιανού.
Η αντιστοιχία του Μαρτίου με το αρχαίο αττικό ημερολόγιο είναι κατά το πρώτο 15νθήμερο με τον 8ο μήνα τον Ανθεστηριώνα, κατά δε το 2ο 15νθήμερο με τον 9ο τον Ελαφηβολιώνα (Μήνας των ελαφοκυνηγών).
Ελληνικές λαϊκές ονομασίες του μήνα Μάρτη
Ο Μάρτης λέγεται:
· Βλάσταρος και Ανοιξιάτης, γιατί είναι ο μήνας που φέρνει την άνοιξη. Στις 21 Μαρτίου έχουμε την εαρινή ισημερία, δηλαδή ίση διάρκεια της ημέρας και της νύχτας.
· Ο άστατος καιρός είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα του Μάρτη, του Γδάρτη και Παλουκοκαύτη, όπως έλεγαν το Μάρτιο τα παλιά χρόνια , που τα σπίτια ζεσταίνονταν με τζάκια και ξυλόσομπες.
· Τον λέγανε και Δίγαμο: «Ο Μάρτης έχει δύο γυναίκες, τη μία πολύ όμορφη και φτωχή, την άλλη πολύ άσχημη και πολύ πλούσια. Ο Μάρτης κοιμάται στη μέση. Όταν γυρίζει από την άσχημη, κατσουφιάζει, μαυρίζει και σκοτεινιάζει όλος ο κόσμος. Όταν γυρίζει από την όμορφη, γελάει, χαίρεται και λάμπει όλος ο κόσμος». Γι’ αυτό και η παροιμία λέει: «Ο Μάρτης πότε κλαίει και πότε γελάει».
· Επειδή είναι άστατος λέγεται πεντάγνωμος. «Ο Μάρτης ώρα βρέχει και χιονίζει κι ώρα μαρτολουλουδίζει».
· Με όλα αυτά ο Μάρτης είναι περισσότερο ανοιξιάτικος παρά χειμωνιάτικος μήνας για αυτό λέγεται και ανοιξιάτης. Ζευγαρωμένος με τον διάδοχο του, τον Απρίλη, ως Μαρτάπριλο ή Απριλομάρτη, μας φέρνουν τα λουλούδια και τα στάχυα «Ο Μάρτης με τα λούλουδα και ο Απρίλης με τα στάχυα».
Τότε βγαίνουν τα μαρτολούλουδα ή μαρτιλάκια, μαρτοπούλια ή μαρτακούδια.
Ο Μάρτης έχει τα πρωτεία της άνοιξης αφού από τις εννέα του Μαρτίου τα φίδια ξεναρκώνονται για να χαρούν τη φύση.
· Επίσης ονομάζεται Βαγγελιώτης λόγω της γιορτής του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου.
· Η λαϊκή φαντασία του έδωσε ένα σωρό παρατσούκλια, όπως κλαψομάρτης, πενταγιόματος και άλλα δηλωτικά της φυσιογνωμίας του, που έχουν σχέση με ιδιότητες ή πράξεις που του αποδίδονται.
Στην ορεινή Πελοπόννησο το Μάρτη τον λένε πεντεγιόματο.
Το παρωνύμιο γίνεται από το πέντε και «γιόμα» που σημαίνει γεύμα. Ίσως επειδή η ημέρα του Μάρτη μεγαλώνει πολύ και οι ξωμάχοι που παλιά δούλευαν από τα χαράματα μέχρι το σούρουπο, ήθελαν να τρώνε πέντε φορές την ημέρα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)







