Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2017

«Οι καλικάντζαροι στη λαϊκή παράδοση»




Οι Καλικάντζαροι, τα εύθυμα και άτακτα δαιμόνια, που αφήνουν για λίγο την κατοικία τους στα έγκατα της γης και ανεβαίνουν στην επιφάνειά της, για να πειράξουν τους ανθρώπους, εμφανίζονται το Δωδεκαήμερο. Το Δωδεκαήμερο, λαογραφικός όρος που τον χρησιμοποιούν οι Έλληνες από τα βυζαντινά χρόνια, αρχίζει την πρώτη μέρα των Χριστουγέννων και τελειώνει την παραμονή των Θεοφανίων. Είναι μια συνεχής αλυσιδωτή γιορτή, μια περίοδος που χαρακτηρίζεται από θρησκευτική κατάνυξη και πολλά έθιμα. Τις μέρες αυτές, τοποθετημένες μέσα στη καρδιά του χειμώνα, το σπίτι με τα βρασμένα καινούργια κρασιά, τις φρέσκες ρακές, το μπόλικο χοιρινό κρέας και τις μεγάλες φωτιές στο τζάκι, γινόταν μια αληθινή ζεστή φωλιά, που γεννούσε διάθεση για χαρά, τραγούδι, χορό και γλέντι. Θεωρείται όμως και επικίνδυνη περίοδος, επειδή τις νύχτες, που είναι και οι μεγαλύτερες του έτους, κυκλοφορούν στους δρόμους και στα χαλάσματα κάθε νύχτα οι τρομεροί Καλικάντζαροι και πειράζουν τους ανθρώπους, όπως έλεγαν οι γιαγιάδες τα παλιά χρόνια στα εγγονάκια τους, για να κάθονται ήσυχα. Έρχονται την παραμονή των Χριστουγέννων και φεύγουν τα Θεοφάνεια. Αλλά τι είναι οι Καλικάντζαροι;
Οι καλικάντζαροι πριονίζουν το δένδρο της γης. Εικόνα από το Αναγνωστικό της Δ’ Δημοτικού, έκδοση ΟΕΔΒ, 1961.
Οι καλικάντζαροι πριονίζουν το δένδρο της γης. Εικόνα από το Αναγνωστικό της Δ’ Δημοτικού, έκδοση ΟΕΔΒ, 1961.
Η φαντασία του λαού οργιάζει γι αυτά τα δημοφιλή όντα της λαϊκής παράδοσης. Ο λαός πίστευε ότι είναι δαιμόνια και έρχονται από τα έγκατα της Γης. Η Γη δεν μπορεί να στέκεται στο κενό. Κάπου πρέπει να στηρίζεται. Και το στήριγμά της δεν μπορεί να είναι άλλο από ένα δέντρο. Τα καλικαντζαράκια κρατούν ένα τεράστιο πριόνι και αγωνίζονται να κόψουν τον τεράστιο ξύλινο στύλο, που κρατά στη θέση της τη Γη, γιατί θέλουν να τη δουν να γκρεμίζεται και τους ανθρώπους να υποφέρουν. Ολόκληρο το χρόνο οι καλικάντζαροι κάτω από τη γη πελεκούν προσπαθώντας άλλος με τσεκούρι, άλλος με πριόνι ή μπαλτά και άλλοι με τα νύχια και τα σουβλερά τους δόντια να κόψουν το δέντρο που βαστάει τη γη. Ο κορμός του όμως είναι πολύ χοντρός και χρειάζεται μεγάλη και πολύχρονη προσπάθεια για να τον κόψουν. Κόβουν-κόβουν, μέχρι που έχει απομείνει λίγο ακόμα, αλλά πάνω που κοντεύουν να τα καταφέρουν, γεννιέται ο Χριστός, έρχονται τα Χριστούγεννα και, επειδή φοβούνται μην πέσει η γη και τους πλακώσει, λένε «αφήστε το να πάμε πάνω στη γη και θα πέσει μοναχό του». Ανεβαίνουν, λοιπόν, πάνω στη γη για να τυραννήσουν τους ανθρώπους.
Την παραμονή των Χριστουγέννων ξεκινούν τα καλικαντζαράκια για το μεγάλο ταξίδι τους πάνω στη Γη. Είναι χιλιάδες και ξετρυπώνουν στην επιφάνειά της από μυριάδες τρύπες που βρίσκονται στο έδαφός της. Βγαίνουν μέσα από τα φαράγγια και τα πηγάδια, από τις σπηλιές και τις καταβόθρες, τις καταπαχτές και τα πιο μικρά από μυρμηγκοφωλιές και άλλες μικροσκοπικές τρύπες της Γης! Έρχονται σε κάθε χωριό και μένουν ανάμεσα στους ανθρώπους 12 μέρες ως την παραμονή των Φώτων αφήνοντας στην ησυχία του το δέντρο της Ζωής. Στο διάστημα αυτό όμως το δέντρο ξαναγίνεται, κλείνει τις πληγές που του προκάλεσαν όλο το χρόνο οι καλικάντζαροι! Τα Θεοφάνεια που γυρίζουν και βλέπουν το δέντρο ακέραιο να έχει βγάλει νέους βλαστούς, τα δαιμόνια μανιάζουν και αρχίζουν πάλι να το κόβουν μέχρι τα επόμενα Χριστούγεννα, που βγαίνουν ξανά στη γη και αρχίζουν πάλι να ξεσπάνε στους ανθρώπους.
Την παραμονή των Χριστουγέννων τα καλικαντζαράκια σταματούν το κόψιμο του δένδρου και ξεκινούν για το μεγάλο ταξίδι τους πάνω στη Γη.
Την παραμονή των Χριστουγέννων τα καλικαντζαράκια σταματούν το κόψιμο του δένδρου και ξεκινούν για το μεγάλο ταξίδι τους πάνω στη Γη.
Ο λαός φαντάζεται αυτά τα περίεργα δαιμονικά να μοιάζουν με τους ανθρώπους, αλλά με διάφορες μορφές κατά περιοχή και με κοινό γνώρισμα την ασχήμια τους. Όλα τα κουσούρια και τα σακατιλίκια του κόσμου τα βρίσκεις πάνω τους. Είναι κακομούτσουνοι και σιχαμένοι. Καθένας τους έχει και από ένα κουσούρι. Άλλος κουτσός, άλλος στραβός ή μονόφθαλμος, άλλος μονοπόδαρος ή στραβοπόδαρος, άλλος στραβοχέρης, στραβομούρης με καμπούρα ή ουρά. Οι περιγραφές για τους καλικάντζαρους δεν συμπίπτουν απόλυτα. Άλλοι πιστεύουν ότι είναι όντα λιπόσαρκα και κατάμαυρα με μαλλιά ατημέλητα, μάτια κόκκινα, δόντια πιθήκου και πόδια τράγου, με χέρια σαν της μαϊμούς, με τριχωτό όλο τους το σώμα, φορούν σιδεροπάπουτσα και είναι πολύ κουτοί. Άλλοι τους φαντάζονται νάνους, άλλοι ψηλούς και μαυριδερούς με τρίχες σε όλο τους το σώμα, χέρια και νύχια πίθηκου, πόδια γαϊδάρου ή το ένα γαϊδάρου και το άλλο ανθρώπινο, μισοί γαϊδούρια και μισοί άνθρωποι, άλλοτε γυμνούς και άλλοτε ρακένδυτους με σκούφο από γουρουνότριχες και με παπούτσια σιδερένια ή με τσαρούχια. Όλοι όμως συμφωνούν ότι είναι όντα διχόγνωμα και φιλόνικα, δε βοηθά ο ένας τον άλλο και δεν μπορούν να κάνουν μέχρι το τέλος μια δουλειά, όλα τα αφήνουν στη μέση. Γι’ αυτό είναι αναποτελεσματικοί και δεν μπορούν να κάνουν κακό στους ανθρώπους, παρόλο που αυτή είναι η επιθυμία τους. Όσο και αν διαφωνεί, όμως, ο λαός για το πώς μοιάζουν οι καλικάντζαροι, όλοι συμφωνούν σε ένα πράγμα, στην ατελείωτη βλακεία και κουταμάρα τους.
Η λέξη «καλικάντζαρος» είναι σύνθετη (καλός + κάνθαρος, που σημαίνει σκαθάρι) και σύμφωνα με μια θεωρία οι καλικάντζαροι προήλθαν από τους κανθάρους. Τα σκαθάρια ήταν κολεόπτερα βλαπτικά για τους αγρούς και τα αμπέλια. Ύστερα εμφανίστηκαν σαν δαιμόνια με μορφή κανθάρων. Βέβαια, οι καλικάντζαροι κάθε άλλο παρά καλοί ήταν. Ίσως το όνομά τους ήταν ένας ευφημισμός σε μια προσπάθεια του λαού να τους «καλοπιάσει», για να γλιτώσει από τις σκανδαλιές τους. Σε άλλους χριστιανικούς λαούς τα δαιμονικά όντα του Δωδεκαήμερου εμφανίζονται ως Λυκάνθρωποι, Στρίγγλες, Μάγισσες ή Παγανά. Παγανά γενικότερα είναι τα εξωτικά και τα φαντάσματα. Paganus έλεγαν το χωρικό, τον αστράτευτον (παγάνα, παγανιά) και κατόπιν τον εθνικό και μη χριστιανό. Στα αγγλικά pagan είναι ο ειδωλολάτρης. Και παγανή Κυριακή είναι η Κυριακή που δεν έχει άλλη εορτή. Παγανό αποκαλείται και το αβάπτιστο νήπιο. Πίστευαν ότι τα βρέφη που πέθαιναν αβάπτιστα γίνονταν παγανά, τελώνια, καλικάντζαροι. Επειδή από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα ο Χριστός είναι ακόμη αβάφτιστος, είναι και «τα νερά αβάφτιστα» και έτσι βρίσκουν ευκαιρία και οι καλικάντζαροι να αλωνίσουν τον κόσμο.
Διάφορες θεωρίες διατυπώθηκαν σχετικά με την προέλευση των Καλικάντζαρων. Η αρχή των μύθων των σχετικών με τους καλικάντζαρους βρίσκεται στα πολύ παλιά χρόνια. Η ύπαρξή τους έχει τις ρίζες της στην αρχαία Ελληνική μυθολογία, όπου συναντούμε τους Κένταυρους και τους Σάτυρους, πλάσματα που από τη μέση και πάνω ήταν άνθρωποι, ενώ από τη μέση και κάτω ζώα. Πολύ αργότερα οι Βυζαντινοί, που γιόρταζαν το Δωδεκαήμερο με μουσικές, τραγούδια και μασκαρέματα, οι άνθρωποι με κρυμμένα τα πρόσωπά τους έκαναν με πολύ θάρρος και χωρίς ντροπή ό,τι ήθελαν για δώδεκα μέρες, ως την παραμονή των Φώτων, οπότε με το Μεγάλο Αγιασμό όλα σταματούσαν και οι άνθρωποι ησύχαζαν. Τριγύριζαν ελεύθεροι και ελευθεριάζοντες στους δρόμους, πείραζαν τους ανθρώπους, έμπαιναν απρόσκλητοι σε ξένα σπίτια και αναστάτωναν τους νοικοκύρηδες. Ζητούσαν λουκάνικα και γλυκά και οι νοικοκυραίοι έκλειναν πόρτες και παράθυρα, για να γλιτώσουν απ’ αυτούς. Οι μασκαρεμένοι, όμως, έβρισκαν πάντα κάποιους τρόπους να εισβάλλουν στα ξένα σπίτια, ακόμα και από τις καμινάδες. Με το πέρασμα του χρόνου όλα αυτά τα παράξενα φερσίματα, τα μασκαρέματα και οι φόβοι των ανθρώπων έμειναν ζωντανά στη μνήμη του λαού και η πλούσια φαντασία του γέννησε σιγά-σιγά τα μικρά, αλαφροΐσκιωτα πλάσματα, που τα ονόμασε καλικάντζαρους. Οι Καλικάντζαροι, λοιπόν, είναι πλάσματα της νεοελληνικής μυθολογίας, στα οποία έδωσαν αφορμή οι μεταμφιέσεις των βυζαντινών χρόνων κατά το Δωδεκαήμερο, επειδή οι μεταμφιεσμένοι συχνά ενοχλούσαν και φόβιζαν τους ανθρώπους. Το έθιμο των μεταμφιέσεων, που εμφανίζεται και σήμερα στις περιοχές της Μακεδονίας, Θράκης και Θεσσαλίας, φαίνεται πως έχει σχέση με τους καλικάντζαρους. Οι μεταμφιεσμένοι, που λέγονται Μωμόγεροι, Ρογκάτσια ή Ρογκατσάρια, φοράνε τομάρια ζώων (λύκων, τράγων κ.α.) ή ντύνονται με στολές ανθρώπων οπλισμένων με σπαθιά και γυρίζουν στο χωριό τους ή στα γειτονικά χωριά, τραγουδούν και μαζεύουν δώρα.
Τα στοιχεία όμως, που αναφέρονται στην προέλευση, τη μορφή και την ενέργεια αυτών των δαιμονίων, καθιστούν πιθανό το συσχετισμό των Καλικάντζαρων με τους νεκρούς. Οι Καλικάντζαροι, που έρχονται από τον κάτω κόσμο, όπου διαμένουν όλο τον άλλο χρόνο, εμφανίζονται με διάφορες μορφές σαν όντα μαλλιαρά, σαν Αράπηδες ή σαν ζούζουλα και μιαίνουν τις τροφές, συμβολίζουν τους νεκρικούς δαίμονες, που κατά την περίοδο των χειμερινών τροπών του Ηλίου επιστρέφουν για λίγο χρόνο ανάμεσα στους ζωντανούς. Οι Αρχαίοι πίστευαν πως οι ψυχές, όταν έβρισκαν την πόρτα του Άδη ανοιχτή, ανέβαιναν στον απάνω κόσμο και τριγύριζαν παντού, χωρίς έλεγχο και περιορισμούς. Σύμφωνα με τη λαϊκή πίστη το Δωδεκαήμερο οι νεκροί επέστρεφαν στον απάνω Κόσμο, τριγύριζαν τις νύχτες στους δρόμους και έμπαιναν στα σπίτια από τις καμινάδες. Παρεμφερής είναι και η δοξασία ότι οι Καλικάντζαροι είναι οι βρικολακιασμένες ψυχές των στρατιωτών του Ηρώδη. Η «παγάνα» που ξαπόστειλε ο Ηρώδης, για να σκοτώσει όλα τα νήπια κάτω των δύο χρόνων με την ελπίδα πως έτσι θα εξόντωνε και το νεογέννητο Χριστό.
Ψιλοβελώνης καλικάτζαρος.
Ψιλοβελώνης καλικάτζαρος.
Τα ονόματα, που έχει δώσει ο λαός στους καλικάντζαρους, είναι σύμφωνα με τις ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά τους και ποικίλλουν από τόπο σε τόπο. Αξίζει να αναφέρουμε μερικά χαρακτηριστικά. Ο καλικάντζαρος Μαλαγάνας ξεγελάει τα παιδιά με γλυκόλογα και καταφέρνει να τους πάρει τα γλυκά. Ο Τρικλοπόδης έχει χταποδίσιο χέρι, που το χώνει παντού και σκουντουφλάνε πάνω του οι άνθρωποι, ενώ του αρέσει πολύ να μπερδεύει τις κλωστές στο πλεχτό της γιαγιάς. Ο Πλανήταρος πλανεύει τους ανθρώπους, γιατί μπορεί να μεταμορφώνεται σε ζώο ή σε κουβάρι. Ο Μαλαπέρδας κατουράει στα φαγητά την ώρα που μαγειρεύονται και γι’ αυτό οι νοικοκυρές πρέπει να κλείνουν καλά το καπάκι της κατσαρόλας τους. Ο Μαγάρας έχει μια κοιλιά σαν τούμπανο και αφήνει βρομερά αέρια πάνω στα φαγητά των ανθρώπων. Ο Καταχανάς τρώει διαρκώς τα πάντα και κατόπιν ρεύεται και βρομάει απαίσια. Ο Περίδρομος είναι ο άλλος φαταούλας της παρέας. Ο Κουλοχέρης είναι σαραβαλιασμένος με ένα χέρι κοντό και ένα μακρύ, γι’ αυτό όλο μπερδεύεται και πέφτει κάτω. Ο Παρωρίτης εμφανίζεται αξημέρωτα (παρά την ώρα), πριν λαλήσει ο πετεινός, και ξεσηκώνει με τις φωνές τους ανθρώπους. Ο Γουρλός έχει τεράστια μάτια σαν αυγά και πεταμένα έξω και δεν του ξεφεύγει τίποτα. Ο Κοψομεσίτης είναι κουτσός και καμπούρης και του αρέσουν οι τηγανίτες με το μέλι. Ο Στραβολαίμης στριφογυρνάει διαρκώς το κεφάλι του σαν σβούρα. Ο Κοψαχείλης έχει δόντια τεράστια, που κρέμονται έξω από τα χείλη του, φοράει ψεύτικο καλυμμαύκι και κοροϊδεύει τους παπάδες. Ο Κωλοβελόνης είναι μακρύς σαν μακαρόνι και μπορεί να περνάει εύκολα από τις κλειδαρότρυπες και από τις τρύπες του κόσκινου. Ο Βατρακούκος είναι θεόρατος και ολόιδιος βάτραχος. Ο Κατσικοπόδαρος είναι φαλακρός, κασιδιάρης με ένα κατσικίσιο ποδάρι και όπου βάλει το ποδάρι του φέρνει καταστροφή, γιατί είναι κακορίζικος, ελεεινός και γρουσούζης.
Καθώς η παράδοση ρίζωνε στους βαλκανικούς λαούς, οι καλικάντζαροι απέκτησαν και άλλα ονόματα, όπως καλιοντζήδες, καλκάνια, καλιτσάντεροι, καρκάντζαροι, σκαλικαντζάρια, σκαντζάρια, τζόγιες, βερβελούδες, καλλισπούρδοι, καρκαλάτζαροι, καρκατσέλια, καρκαντζόλοι, καψιούρηδες, λυκοκάντζαροι, μνημοράτοι, πλανητάροι, τσιλικρωτά, σταχτοπάτηδες, σκαρικατζέρια, καλλισπούδηδες, χρυσαφεντάδοι και παγανά.
Καλικάντζαροι
Καλικάντζαροι
Ο Παγανός είναι κουτσός, γιατί έφαγε μια κλωτσιά από το γαϊδούρι της Μάρως, μιας χωριατοπούλας, που την κυνηγούσε κάποτε για να την κάνει γυναίκα του. Εκείνη κρύφτηκε στα σακιά με το αλεύρι, που είχε φορτωμένα στο γαϊδούρι της, και κατάφερε να του ξεφύγει. Ο Παγανός έτρεξε μανιασμένος κοντά στο γαϊδούρι και την έψαχνε. Το ζωντανό τότε τρόμαξε πολύ και άρχισε να κλωτσάει. Μια δυνατή κλωτσιά έφαγε ο Παγανός και σακατεύτηκε. Ο Παγανός λατρεύει τη στάχτη και γι’ αυτό τρυπώνει από τις καμινάδες. Φοβάται όμως πιο πολύ απ’ όλους τους Καλικάντζαρους τη φωτιά και γι’ αυτό οι νοικοκύρηδες φροντίζουν να μη σβήσει κατά τη διάρκεια του δωδεκαήμερου. Ο πιο γνωστός και αρχηγός των καλικάντζαρων είναι ο Μανδρακούκος ο Ζυμαρομύτης. Κρατάει για σκήπτρο του μια γκλίτσα και συχνάζει στα μαντριά και τα βοσκοτόπια. Τα αυτιά του είναι μεγάλα σαν του γαϊδάρου και η σκούφια του, που την έχει υφάνει μόνος του από γουρουνότριχες, δεν φτάνει να τα σκεπάσει. Έχει και μία τεράστια μύτη που του κρέμεται σαν μαλακό ζυμάρι. Του αρέσει να πειράζει τα πρόβατα στα βοσκοτόπια και να ρίχνει γάντζο από την καμινάδα, για να κλέψει λουκάνικα από τη φωτιά.
Τραγοπόδης καλικάτζαρος
Τραγοπόδης καλικάτζαρος
Όποια μορφή και αν έχουν οι Καλικάντζαροι, η τροφή τους είναι κυρίως ακάθαρτη. Τρώνε φίδια, σκουλήκια, βατράχους, σαύρες, ποντίκια, αλλά τους αρέσουν και τα εδέσματα του Δωδεκαήμερου, τα ξεροτήγανα, οι τηγανίτες και τα λουκάνικα. Όταν οι νοικοκυρές ψήνουν τηγανίτες ή άλλα σκευάσματα πλαστά από αλεύρι στο τηγάνι, οι καλικάντζαροι ανεβαίνουν στην καπνοδόχο και απλώνουν το χέρι τους ως κάτω στην εστία, γιατί μπορούν να απλώνουν και να μακραίνουν τα χέρια και τα πόδια τους όσο θέλουν, και βουτάνε ότι υπάρχει στο τηγάνι ή στη θράκα. Η πιο αγαπημένη τροφή, όμως, των καλικαντζάρων είναι το χοιρινό κρέας και κυρίως το παστό του (το πάχος), το οποίο σκορπάει μια ευωδιαστή και πολύ ευχάριστη μυρωδιά, όταν ψήνεται και πέφτει στη θράκα. Γι’ αυτό οι νοικοκυραίοι σκέπαζαν το χοιρινό με σπαράγγια, για να μην πλησιάζουν οι καλικάντζαροι. Το σπαράγγι είναι πολύ νόστιμο και τρώγεται, όταν είναι τρυφερό, όταν όμως μεγαλώσει, γίνεται πολύ σκληρός αγκαθωτός θάμνος και με αυτό σκέπαζαν το χοιρινό, τα λουκάνικα και οτιδήποτε είχαν ετοιμάσει με πρώτη ύλη το χοιρινό.
Την παραμονή των Χριστουγέννων οι καλικάντζαροι ανεβαίνουν στη γη και περιμένουν να σμίξει η μέρα με τη νύχτα, για να ξεπροβάλλουν ένας-ένας από τις τρύπες τους πάνω στη γη. Είναι πολύ ευκίνητοι ανεβαίνουν στα δένδρα, πηδούν από στέγη σε στέγη, σπάζουν τα κεραμίδια και κάνουν μεγάλη φασαρία. Κάθε νύχτα του Δωδεκαήμερου επιχειρούν να μπουν στα σπίτια και να μαγαρίσουν τα φαγητά και το νερό. Αν καταφέρουν και μπουν σε κάποιο σπίτι από τις καμινάδες, τις κλειδαρότρυπες, τις χαραμάδες της πόρτας και των παραθύρων, αρχίζουν να ανακατεύουν ό,τι βρουν μπροστά τους και να κάνουν ζημιές. Τους αρέσει να πλατσουρίζουν μέσα στα δοχεία, που έχουν οι νοικοκυρές το λάδι, στα τηγάνια, στα τσουκάλια, στα πιάτα και στους λύχνους, που χρησιμοποιούσαν παλαιότερα για φωτισμό στα χωριά. Κάνουν το σπίτι αγνώριστο. Μα πιο πολύ θέλουν να μαγαρίσουν τα φαγητά. Τα λερώνουν με τα ακάθαρτα νύχια τους και αφήνουν τις βρωμιές τους όπου βρουν προκαλώντας υστερία στις νοικοκυρές. Συνήθως όμως το εγχείρημά τους αποτυγχάνει, γιατί η φωτιά καίει στο τζάκι συνεχώς και η νοικοκυρά έχει θυμιάσει το σπίτι. Τότε, για να βγάλουν το άχτι τους, κατουρούν από την καπνοδόχο, για να σβήσουν τη φωτιά και να μολύνουν ό,τι ψήνεται σ’ αυτή. Το ξημέρωμα, πριν το λάλημα του πετεινού, γίνονται άφαντοι. Φοβούνται πολύ το φως και γι’ αυτό την ημέρα κρύβονται.
Επειδή όμως τα εμπόδια για να μπουν στο σπίτι είναι πολλά, επιχειρούν να βλάψουν τον άνθρωπο και έξω από το σπίτι. Η προνοητική νοικοκυρά φρόντιζε να μην αφήνει έξω από το σπίτι τις νύχτες του Δωδεκαημέρου σκεύη, αγγεία, ενδύματα και μικροέπιπλα, για να μην τα μαγαρίσουν τα παγανά. Η νυχτερινή σύναξη των Καλικαντζάρων γίνεται στην εξοχή, στα τρίστρατα, σε απομακρυσμένους μύλους, στα αλώνια ή κάτω από γεφύρια. Οι Καλικάντζαροι τριγυρίζουν στους δρόμους και αλλοίμονο σε κείνον που θα βγει τη νύχτα να πάει σε μακρινή δουλειά. Παρουσιάζονται μπροστά του με διάφορες μορφές, για να τον φοβίσουν ή να τον βλάψουν. Τον τραβολογούν, τον πειράζουν, τον καβαλικεύουν, τον αναγκάζουν να χορέψει μαζί τους, τον περδικλώνουν και τον εμποδίζουν να γυρίσει σπίτι. Η μανία τους είναι να πειράζουν τις κακόμοιρες τις γριές και γι’ αυτό όλες τους φοβόντουσαν, εκτός από τις μαμές. Το λαϊκό πνεύμα εξαίρεσε τις μαμές από τον κίνδυνο των καλικαντζάρων, γιατί ήταν αναγκαίο να μπορούν να προσφέρουν τη βοήθειά τους στις ετοιμόγεννες, όποια ώρα της νύχτας κι αν τις φώναζαν.
Αλλά και οι μυλωνάδες, που εργάζονταν στο μύλο χτισμένο σε μέρος μακριά από το χώρο του οικισμού, συνήθως δίπλα σε ποτάμι, είχαν πάρε δώσε με καλικαντζάρους. Σε μια ευτράπελη διήγηση ένας μυλωνάς είχε ωραία φωτιά με κάρβουνα στο μύλο του και έψηνε πέρδικα ή γουρουνάκι. Εκεί που γύριζε τη σούβλα του, βλέπει στην άλλη μεριά έναν καλικάντζαρο, που γύριζε μια σούβλα με βατράχους! Δεν του μίλησε, αλλά ο καλικάντζαρος τον ρώτησε πώς τον λένε. «Eαυτό με λένε», του λέει ο μυλωνάς. Μετά από λίγο, όταν το κρέας ήταν ροδοκόκκινο και μοσχομύριζε, ο καλικάντζαρος βάζει τη σούβλα του με τους βατράχους πάνω στο κρέας του μυλωνά. Τότε ο μυλωνάς του φέρνει μια με ένα αναμμένο δαυλί και, καθώς ο καλικάντζαρος ήταν γυμνός, τον κατάκαψε! Βάζει τις φωνές ο καλικάντζαρος. «Bοηθάτε, αδέρφια, μ’ έκαψαν»! «Ποιος σ’ έκαψε;» του λένε οι άλλοι καλικάντζαροι απ’ έξω. «O Eαυτός μ’ έκαψε» τους λέει εκείνος. «Εμ, σαν κάηκες από τον εαυτό σου, τι σκούζεις έτσι;» του είπαν οι άλλοι καλικάντζαροι και τον άφησαν αβοήθητο.   Έτσι την έπαθε ο καλικάντζαρος με τη σούβλα, γιατί ο μυλωνάς με την απάντηση, που είχε δώσει και ο Οδυσσέας στον κύκλωπα Πολύφημο, φάνηκε εξυπνότερός του.
Οι άνθρωποι προσπαθούσαν να τους εξουδετερώσουν με διάφορους τρόπους. Το κύριο μέσο, για να κρατηθούν οι Καλικάντζαροι μακριά από τα σπίτια των ανθρώπων, είναι η φωτιά, στην οποία η λαϊκή αντίληψη αποδίδει δύναμη αποτρεπτική των δαιμόνων. Γι’ αυτό τα τζάκια εκείνες τις μέρες είναι αναμμένα και η φωτιά καίει συνεχώς. Διάλεγαν ένα κούτσουρο («δωδεκαμερίτης», «χριστόξυλο») και μάλιστα από αγκαθωτό δέντρο, γιατί ο λαός πίστευε ότι τα αγκάθια διώχνουν τα δαιμόνια. Μέρα και νύχτα, όλο το Δωδεκαήμερο, η φωτιά δε έσβηνε από την οικογενειακή εστία και κρατούσε τους Καλικάντζαρους μακριά. Με την αναχώρηση των καλικάντζαρων την ημέρα των Φώτων, έκαναν καθαρμό των χωριών και των σπιτιών της υπαίθρου με φωτιές υπαίθριες. Καθάριζαν και τις κοπριές των ζώων από τα κατώγια, οι άνθρωποι πλένονταν, καθάριζαν το εικονοστάσι και άλλαζαν το νερό στο καντήλι, γιατί οι σταχτοπάτηδες, πέρα από τα προβλήματα που είχαν προξενήσει στους νοικοκυραίους, είχαν μαγαρίσει και όλους τους χώρους, γι’ αυτό τους έλεγαν και κατουρλήδες. Καθάριζαν το τζάκι και μάζευαν τη στάχτη. Τα ξύλα που απόμεναν και η στάχτη είχαν αποτρεπτική δύναμη και τα χρησιμοποιούσαν για την προφύλαξη του σπιτιού και των χωραφιών από κάθε κακό, όπως ξωτικά, σκαθάρια, χαλάζι κ.α. Τα μισοκαμένα δαυλιά τα χρησιμοποιούσαν στους φράχτες και με τη στάχτη ράντιζαν το σπίτι ξημερώματα παραμονής Θεοφανείων και τη σκόρπιζαν στις αυλές, τους στάβλους, τα περιβόλια και τους κήπους, για να διώξουν μακριά κάθε κακό, ή την πετούσαν σε μέρος που δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για κανένα λόγο (αλυσίβα, λίπασμα κ.λ.π.).
Συνηθισμένες για την απομάκρυνση των καλικάντζαρων ήταν και οι μαγικές πράξεις, όπως το κάπνισμα με δυσώδεις ουσίες. Στη φωτιά του τζακιού έκαιγαν αλάτι ή ένα δερμάτινο παλιοτσάρουχο ή και τα δυο μαζί, επειδή πίστευαν ότι οι κρότοι από το αλάτι και η απαίσια μυρωδιά του καμένου δέρματος κρατάει τους καλικάντζαρους μακριά. Την παραμονή των Θεοφανίων οι νοικοκυρές τους «ζεμάτιζαν» με το λάδι από τις τηγανίτες (λαλαγγίτες, λουκουμάδες). Άλλοι κρεμούσαν το κατωσάγωνο ενός χοίρου στην καπνοδόχο, επειδή η εμφανής επίδειξη χοιρινού οστού, τα χαϊμαλιά πίσω από την πόρτα, το μαυρομάνικο μαχαίρι, ξύλα, κούτσουρα και δαυλιά καημένα τα θεωρούσαν αποτρεπτικά για τους καλικάντζαρους. Όταν αυτά δεν ήταν αρκετά, για να διώξουν τους Καλικάντζαρους, χτυπούσαν και κουδούνια. Υπάρχουν, όμως, και φυτά που διώχνουν τους καλικάντζαρους και ταυτόχρονα φέρνουν καλή τύχη για τον καινούργιο χρόνο. Ένα τέτοιο φυτό είναι η κρεμμύδα, η «χρυσοβασιλίτσα», όπως τη λένε, που ακόμα και ξεχασμένη σε κάποια γωνιά του σπιτιού, φυτρώνει τέτοια εποχή και ξαναρχίζει τον κύκλο της ζωής της. Σαν το φως, που ξαναγεννιέται στο χειμερινό ηλιοστάσιο, μας εύχεται καλές γιορτές και υγεία για την καινούργια χρονιά.
Άλλοι πάλι για να τους εξαπατήσουν έδεναν στο χερούλι της πόρτας μία τούφα λινάρι. Μέχρι να μετρήσουν οι καλικάντζαροι τις τρίχες του λιναριού, περνούσε η ώρα, έφτανε το ξημέρωμα, λαλούσε ο πετεινός της αυγής, προάγγελος της μέρας, που διώχνει μακριά όλα τα δαιμονικά της νύχτας, και οι καλικάντζαροι όπου φύγει φύγει. Επίσης, οι νοικοκυρές μάζευαν μέσα στο σπίτι όποια αγγεία βρίσκονταν έξω και έβαζαν στο άνοιγμα της καπνοδόχου ή πίσω από την πόρτα ένα κόσκινο. Οι καλικάντζαροι, σαν περίεργοι και πάρα πολύ βλάκες που είναι, άρχιζαν να μετρούν τις τρύπες: «ένα-δύο, ένα-δύο, ένα-δύο». Παρακάτω δεν ήξεραν να μετρήσουν και μπερδεύονταν. Έτσι έχαναν την ώρα τους, ξημέρωνε και έπρεπε να εξαφανιστούν. Υπήρχαν όμως και εκείνοι που ήθελαν να τους καλοπιάσουν και τους πετούσαν γλυκά και τηγανίτες στην καπνοδόχο ή στις στέγες των σπιτιών.
Το κυριότερο, βέβαια, μέσο για την αντιμετώπιση των καλικάντζαρων ήταν οι πράξεις χριστιανικής λατρείας. Φόβος και τρόμος τους ο σταυρός και οι παπάδες. Το σημείο του Σταυρού στην πόρτα, στα παράθυρα, στις καμινάδες, τους στάβλους και στα αγγεία λαδιού και κρασιού τους κρατούσε μακριά. Το λιβάνι, που το σιχαίνονται οι καλικάντζαροι και γι’ αυτό οι νοικοκυρές όλη τη διάρκεια του Δωδεκαημέρου θυμιάτιζαν το σπίτι κάθε απόγευμα και αφήναν το θυμιατήρι να λιβανίζει δίπλα στο τζάκι. Η απαγγελία του «Πάτερ ημών , που όταν το ακούσουν οι καλικάντζαροι τρεις φορές, φεύγουν. Και πάνω απ’ όλα ο Αγιασμός των σπιτιών, η «Πρωτάγιαση», δηλαδή ο πρώτος Αγιασμός, που γίνεται στην εκκλησία την παραμονή των Φώτων, τελευταία ημέρα του Δωδεκαήμερου. Ύστερα ο παπάς παίρνει με τη σειρά ένα – ένα τα σπίτια με το Σταυρό στο χέρι και ραντίζει με ένα κλωνί βασιλικού όλους τους χώρους του σπιτιού. Την «Πρωτάγιαση» οι χωρικοί τη μεταφέρουν στις βρύσες του χωριού και στα κτήματά τους, για να διώξουν τους Καλικαντζάρους, που μαγαρίζουν ό,τι βρουν μπροστά τους.
Αυτή η τελευταία ημέρα του Δωδεκαημέρου είναι και η τελευταία ημέρα παραμονής των Καλικαντζάρων πάνω στη γη. Φεύγουν τρέχοντας, γιατί τους κυνηγάει η αγιαστούρα του παπά και καθώς απομακρύνονται τρέχοντας πανικόβλητοι, λένε μεταξύ τους: «Φεύγετε να φεύγουμε, τι έρχεται ο τουρλόπαπας με την αγιαστούρα του και με τη βρεχτούρα του!». Φεύγοντας από τον Απάνω Κόσμο οι Καλικάντζαροι επιστρέφουν στα έγκατα της γης, όπου αρχίζουν πάλι να πριονίζουν το δένδρο, που τη στηρίζει και που είχαν παρατήσει σχεδόν κομμένο, αλλά στο μεταξύ ξανάγινε ακέραιο. Και αρχίζουν πάλι να το κόβουν και πάλι έρχονται τα Χριστούγεννα και όλο απ’ την αρχή.
Η πίστη για τους καλικαντζάρους ως δαιμονικά όντα που ζουν κάτω από τη γη στηρίζεται στην παλιά κοσμοθεωρία περί ακινησίας της γης, σύμφωνα με την οποία η γη είναι ακίνητη προσηλωμένη στο θόλο του ουρανού και γύρω της κινούνται τα άλλα ουράνια σώματα. Το δένδρο που στηρίζει τη Γη είναι ο Ήλιος, που ζωογονεί τη φύση, μέσα στην οποία ζούμε. Φως σημαίνει ζωή, ελπίδα και χαρά. Εχθρός του Ήλιου είναι το σκοτάδι. Όλοι σχεδόν οι λαοί της Γης φαντάζονται στους μύθους τους τον Ήλιο να πολεμάει με τις δυνάμεις του χειμώνα και του σκότους, που δεν ήθελαν να υποταχθούν στον «αήττητο Ήλιο», και να βγαίνει νικητής. Τα όντα που συμβολίζουν το σκοτάδι είναι οι Καλικάντζαροι της λαϊκής παράδοσης, που ζουν όλο το χρόνο στα έγκατα της γης και είναι εχθροί του Ήλιου.
Τα περισσότερα λαϊκά έθιμα κατά την περίοδο του Δωδεκαημέρου εκφράζουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την έννοια του τέλους και της αρχής. Πρόκειται δηλαδή για διαβατήρια έθιμα, που ερμηνεύουν την αγωνία του ανθρώπου μπροστά στο τέλος μιας περιόδου της ζωής του, μιας χρονιάς που τελειώνει και μιας καινούργιας που αρχίζει ή τη μετάβαση από το χειμώνα στην άνοιξη. Μετά το χειμερινό ηλιοστάσιο στις 21 Δεκεμβρίου το σκοτάδι υποχωρεί, το φως κερδίζει τη μάχη και η ημέρα μεγαλώνει. Και καθώς το φως αυξάνεται με το μεγάλωμα της μέρας, μεγαλώνει και η ελπίδα για τη βλάστηση, που αρχίζει να οργιάζει αυτή την εποχή, και την παραγωγή, που την περιμένει ο αγροτικός κόσμος στην κτηνοτροφία και τη σοδειά. Στο διάστημα αυτό επέρχεται μια αναστάτωση στην τροχιά του χρόνου. Επειδή οι δώδεκα μέρες του Δωδεκαημέρου προστέθηκαν, για να εναρμονιστεί ο σεληνιακός με τον ηλιακό χρόνο, θεωρήθηκαν μέρες εμβόλιμες, μη κανονικές. Σ’ αυτή την αλλαγή παρουσιάζονται μυστηριώδη όντα ενοχλητικά ή βλαπτικά. Αν μπούμε στη θέση του ανυπεράσπιστου χωρικού σε κάθε λογής ατυχήματα, όπως χειμωνιάτικες επιδρομές άγριων ζώων σε οικισμούς και ζωντανά, θα κατανοήσουμε την ανάγκη του να τα αποδώσει σε κακόβουλα όντα. Τέτοιοι είναι οι καλικάντζαροι, που αντιπροσωπεύουν τους Δαίμονες της βλάστησης. Πίσω από αυτές τις μεταφυσικές δεισιδαιμονίες, λοιπόν, κρύβεται ο αρχέγονος φόβος του ανθρώπου για το χειμώνα και το σκοτάδι του.
Η περίοδος του Δωδεκαήμερου όμως, πέρα από την τεράστια θρησκευτική σημασία στη ζωή του λαού, ήταν και οι μέρες που ο άνθρωπος έπρεπε να ξεκουραστεί και με ξανανιωμένες τις δυνάμεις να αρχίσει πάλι τον κύκλο της ζωής, με μεγαλύτερη όρεξη, θάρρος και ελπίδα για το μέλλον. Τα πειράγματα των καλικάντζαρων, είτε αφορούν τους ανθρώπους είτε τα υποστατικά τους, και τα πράγματα που έκαναν ήταν πιο πολύ διασκεδαστικά, παρά τρομακτικά. Οι Καλικάντζαροι τελικά ήταν ακίνδυνοι και δεν τρόμαζαν ποτέ στ’ αλήθεια τους ανθρώπους. Περιφέρονταν εδώ κι εκεί, πηδούσαν, χόρευαν και ενοχλούσαν, αλλά δεν κακοποιούσαν τους ανθρώπους. Πιο πολύ τους διασκέδαζαν ή «φτιάχτηκαν» και εμφανίζονται αποκλειστικά τη συγκεκριμένη περίοδο, για να δικαιολογήσουν «ανεξήγητα» συμβάντα των ημερών.

Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2017

ΚΑΛΗΜΕΡΑ!!!

Οι παιδικές ψυχές είναι εκ φύσεως χαρούμενες,και δεν αναβάλλουν ποτέ τη χαρά.!!!!
ΚΑΛΗΜΕΡΑ...

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2017

ΚΑΛΗΜΕΡΑ!!!

Ο κόσμος ανήκει στους τολμηρούς...

ΚΑΛΗΜΕΡΑ !!!!!!

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Ο συγγραφέας της «Φόνισσας» δεν είδε κανένα βιβλίο του τυπωμένο όσο ζούσε. Γιατί είπε ότι η Ελλάδα «απλά και μόνο άλλαξε τυράννους»
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Ο Μίλαν Κούντερα έγραψε για τον Παπαδιαμάντη πως είναι ο σημαντικότερος Έλληνας πεζογράφος. Εκθειαστικά ήταν επίσης τα λόγια του Ελύτη, του Καβάφη, του Παλαμά, του Πορφύρα και άλλων μεγάλων ονομάτων της ελληνικού πνεύματος. Ο Σκιαθίτης δημιουργός «δανείστηκε» το φυσικό περιβάλλον του νησιού του, ανέσυρε από τη μνήμη του τα παιδικά του χρόνια και ψυχογραφώντας την ζωή των απλών, ταλαιπωρημένων ανθρώπων, κατάφερε να φέρει στο προσκήνιο το ηθογραφικό μυθιστόρημα. Τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα και η έντονη θρησκευτικότητα καθόρισαν τη συγγραφική του πορεία και την ψυχοσύνθεσή του.
Η ζωή του πεζογράφου 
~~~~~~~~~~~~~~~~~
Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης γεννήθηκε στις 4 Μαρτίου του 1851 στην Σκιάθο. Ήταν το τρίτο από τα έξι παιδιά της οικογένειας. Ο πατέρας του, Αδαμάντιος Εμμανουήλ, ήταν ιερέας και η μητέρα του, Αγγελική Μωραΐτη, προερχόταν από αρχοντική οικογένεια του Μιστρά, που πήγε στην Σκιάθο τον 18ο αιώνα. Η οικογένεια ωστόσο αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα με αποτέλεσμα η εκπαίδευση του Αλέξανδρου να γίνει τμηματικά.
Ο Παπαδιαμάντης τελείωσε το δημοτικό στην Σκιάθο, έπειτα φοίτησε στο Σχολαρχείο της Σκοπέλου, ενώ τα μαθήματα του Γυμνασίου τα παρακολούθησε στα Γυμνάσια της Χαλκίδας και του Πειραιά. Το 1874 πήρε απολυτήριο από το Βαρβάκειο της Αθήνας. Όταν τέλειωσε το σχολείο ήταν 23 ετών. Δύο χρόνια νωρίτερα είχε επισκεφθεί το Άγιο Όρος και είχε μείνει οκτώ μήνες ως δόκιμος μοναχός. Μαζί του ήταν ο φίλος του Νίκος Διανέλος, ο μετέπειτα μοναχός Νήφων. Μετά το απολυτήριο του Γυμνασίου, ο πατέρας του Παπαδιαμάντη τον προέτρεψε να σπουδάσει στη Θεολογική Σχολή Αθήνας, αλλά ο Αλέξανδρος επέλεξε τελικά να γραφτεί στην Φιλοσοφική Σχολή. Προς μεγάλη απογοήτευση του πατέρα του, ο Παπαδιαμάντης δεν κατάφερε να πάρει πτυχίο, καθώς τα μαθήματα δεν τον ενθουσίαζαν και συγχρόνως έπρεπε να δουλέψει για να επιβιώσει στην Αθήνα. Έμαθε μόνος του Γαλλικά και Αγγλικά και ξεκίνησε να εργάζεται ως μεταφραστής και δημοσιογράφος. Παράλληλα, έκανε και ιδιαίτερα μαθήματα σε μαθητές Δημοτικού και Γυμνασίου. Τα χρήματα που κέρδιζε ήταν ελάχιστα και η κάκιστη διαχείριση που έκανε είχε ως αποτέλεσμα ο Παπαδιαμάντης να ζει φτωχικά, χωρίς στοιχειώδεις ανέσεις, σε μικρά ενοικιαζόμενα δωμάτια. Η γνωριμία του με τον δημοσιογράφο Βλάση Γαβριηλίδη, εκδότη της εφημερίδας «Ακρόπολις», βοήθησε τον Παπαδιαμάντη να βγει από τη δυσχερή οικονομική κατάσταση ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε ο εκδότης. Με το που έπαιρνε τον μισθό του, ο Παπαδιαμάντης ξεπλήρωνε τα χρέη του προηγούμενου μήνα. Έδινε τα χρωστούμενα στο μπακάλικο του Καχριμάνη στου Ψυρρή, όπου έτρωγε για παραπάνω από 25 χρόνια, πλήρωνε το νοίκι του και όταν του περίσσευαν χρήματα βοηθούσε τους άλλους φτωχούς που γνώριζε. Μέσα σε δυο μέρες μετά την πληρωμή δεν του έμενε δραχμή στην τσέπη, ενώ ποτέ δεν κατάφερνε να αγοράσει ρούχα και άλλα είδη πρώτης ανάγκης. O Αλ'έξανδρος Παπαδιαμάντης το 1906 στο καφενείο της Δεξαμενής. Την φωτογραφάι την τράβηξε ο Παύλος Νιρβάνας. O Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης το 1906 στο καφενείο της Δεξαμενής. Την φωτογραφία τράβηξε ο Παύλος Νιρβάνας. Γυρνούσε πάντα απεριποίητος, αξύριστος, με τα ίδια φθαρμένα ρούχα και λιωμένα παπούτσια. Η ζωή του δεν είχε εκπλήξεις. Πέρα από το μπακάλικο, πήγαινε στην εκκλησία του Αγίου Ελισαίου και έψελνε μαζί με τον ξάδερφό του, Αλέξανδρο Μωραϊτίδη. Φίλους δεν είχε πολλούς. Ο ποιητής Μιλτιάδης Μαλακάσης και ο συγγραφέας Γιάννης Βλαχογιάννης ήταν δύο από αυτούς. Ήταν πάντα μοναχικός, σχεδόν αγοραφοβικός και λιγομίλητος. Από το 1906 είχε σαν στέκι το καφενείο στη Δεξαμενή Κολωνακίου. Καθόταν στο πιο απομακρυσμένο τραπεζάκι, συλλογιζόμενος και έπινε τον καφέ του που κόστιζε μια δεκάρα. Οι λιγοστοί φίλοι που είχε, απηύδησαν από την επιπόλαιη διαχείριση του μισθού του που είχε θέσει σε κίνδυνο ακόμη και την υγεία του. Τον Μάρτιο του 1908 οργάνωσαν μία εκδήλωση στον φιλολογικό σύλλογο «Παρνασσό» με σκοπό να τον ενισχύσουν οικονομικά. Ο Παπαδιαμάντης κατάφερε να πάρει καινούρια ρούχα και να ζήσει αξιοπρεπώς τις λίγες μέρες που έμεινε στην Αθήνα, προτού επιστέψει στο αγαπημένο του νησί. Στο σπίτι του είχε ένα ξύλινο κρεβάτι, ένα τραπέζι και μια καρέκλα. Για να βγάζει τα προς το ζην, έστελνε μεταφράσεις στην Αθήνα. Η χρόνια κατάχρηση αλκοόλ, οι συχνές αγρύπνιες στο εκκλησάκι του Αγίου Ελισαίου μαζί με την ασκητική και λιτοδίαιτη ζωή, επιδείνωσαν την υγεία του Παπαδιαμάντη. Χωρίς ένα δυνατό ανοσοποιητικό σύστημα, ο Παπαδιαμάντης πέθανε ξημερώματα της 3ης Ιανουαρίου του 1911 από πνευμονία. Ήταν 60 ετών.
Ο ψυχογράφος Παπαδιαμάντης
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~  

Ο Παπαδιαμάντης, πέρα από τις μεταφράσεις, έγραψε τρία μυθιστορήματα, τρεις νουβέλες και πάνω από 180 διηγήματα. Κανένα έργο του όμως δεν εκδόθηκε ως βιβλίο όσο ήταν εν ζωή. Τα μυθιστορήματα του δημοσιεύονταν τμηματικά σε εφημερίδες, όπως η «Ακρόπολις», η «Εφημερίς» και το «Άστυ». Από το ρομαντικό ιστορικό μυθιστόρημα (Η μετανάστις – 1881, Οι έμποροι των Εθνών-1882), πέρασε στην ηθογραφία (Το χριστόψωμο -1887, Η σταχομαζώχτρα-1889) και από κει εγκαινίασε το διήγημα στην Ελλάδα, καταγράφοντας ρεαλιστικά την καθημερινότητα, (Φόνισσα-1903) που πολλές φορές ήταν εμπλουτισμένη με αυτοβιογραφικά στοιχεία (Όνειρο στο κύμα-1900). Ο μικρόκοσμος του αγαπημένου του νησιού με τους απλούς καθημερινούς ανθρώπους, πρωταγωνιστούσε στη θεματογραφία του. Τα βάσανα των κατοίκων της υπαίθρου, ο φθόνος οι δεισιδαιμονίες, τα έθιμα, ο φόβος για τις τιμωρίες του Θεού, είναι βασικά θέματα στα διηγήματά του. Πρωταγωνιστές των βιβλίων του ήταν συνήθως μνησίκακες γυναίκες, με απωθημένα. Βιοπαλαιστές ψαράδες, αγρότες και άνθρωποι της εκκλησίας. Οι παιδικές αναμνήσεις, η νοσταλγία και το θρησκευτικό βίωμα ολοκλήρωναν το σκηνικό της θεματολογίας του. Στα διηγήματα που έγραψε προς το τέλος της ζωής του, ο Παπαδιαμάντης ήταν πιο ώριμος και προσπάθησε να εισχωρήσει στην ψυχή των χαρακτήρων του. Ασχολήθηκε και με την τραγική πραγματικότητα και άσκησε κριτική στην κατάντια της ελληνικής κοινωνίας. Σχολίασε αρνητικά τη χρεωκοπία της Ελλάδας, τα επαχθή δάνεια, την οικονομική πολιτική του Τρικούπη και την αδυναμία του Έλληνα να απαιτήσει και να κερδίσει ουσιαστική εθνική ανεξαρτησία. Η Ελλάδα «απλώς και μόνον μετήλλαξεν τυράννους» έγραφε και καυτηρίαζε την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα, μετά τον διεθνή έλεγχο που ασκήθηκε στην Ελλάδα για να βγει από τη χρεωκοπία.
Η κριτική του έργου του
~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Η "Φόνισσα" του Παπδιαμάντη, συνδέθηκε με το "Έγκλημα και Τιμωρία" του Ντοστογιέφσκι. Η «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη, συνδέθηκε με το «Έγκλημα και Τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι Το έργο του Παπαδιαμάντη δέχθηκε έντονη κριτική. Ο λόγος ήταν ότι ο μεγάλος συγγραφέας έγραψε το σύνολο του έργου του στην καθαρεύουσα και όχι στην δημοτική. Ήδη η σχολή του 1880 με κύριο εκπρόσωπο τον Κωστή Παλαμά, έδινε τη θέση της σε συγγραφείς που έγραφαν στη δημοτική. Αρκετοί έσπευσαν να χαρακτηρίζουν το έργο του Παπαδιαμάντη απαρχαιωμένο και εξαρτημένο από την ορθόδοξη εκκλησία. Πολλοί ωστόσο συγγραφείς, μεταξύ των οποίων ο Παλαμάς, ο Πορφύρας και ο Καβάφης, εξύμνησαν το έργο του και εκθείασαν τον ψυχογράφο της εποχής, ικανό να παντρεύει την καθαρεύουσα με σκιαθίτικους ιδιωματισμούς. Είναι ο πρώτος Έλληνας πεζογράφος που έφερε τη διηγηματογραφία στην Ελλάδα. Μέσα από τα διηγήματά του τελειοποίησε την ηθογραφία και έγινε σημείο αναφοράς και μελέτης για την ελληνική λογοτεχνία και τη διανόηση. Η απουσία της γυναικείας συντροφιάς και η θρησκευτική του συνέπεια σε συνδυασμό με την ασκητική του ζωή, δικαιολογεί το παρατσούκλι «κοσμοκαλόγερος». Μετά τον θάνατο του πεζογράφου, πολλοί μελετητές ασχολήθηκαν με το έργο του, μεταξύ των οποίων ο Γιώργος Βαλέτας, ο Μ. Παπαϊωάννου με την μελέτη «Η θρησκευτικότητα του Παπαδιαμάντη» και ο Μιχάλης Περάνθης με το βιβλίο «Ο Κοσμοκαλόγερος»....

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2017

ΚΑΛΗΜΕΡΑ!!!




Την καινούργια χρονιά...Θέλω να κοιτάζω την ζωή αισιόδοξα
χωρίς να μου βουρκώνουν τα μάτια.
"Ελάτε λοιπόν όλοι μαζί να φυσήξουμε αυτό το μικρό καρβουνάκι
στη χόβολη της ελπίδας.."
ΚΑΛΗΜΕΡΑ!!!

Ευγένιος Σπαθάρης: Ο θεματοφύλακας του λαϊκού μας πολιτισμού!



Ως γνήσιος λαϊκός καλλιτέχνης του θεάτρου σκιών, ο Σπαθάρης ήταν ο σημαντικότερος καραγκιοζοπαίχτης της ελληνικής παράδοσης, ένας άνθρωπος που πέρασε πίσω από τον μπερντέ όλη του τη ζωή.
Το έλεγε εξάλλου καλύτερα και ο ίδιος: «Δεν θα σταματήσω να παίζω στον μπερντέ. Αν μου στερήσεις τον Καραγκιόζη, θα πεθάνω», ισχυριζόταν ο «πρύτανης» του ελληνικού θεάτρου σκιών, συμπληρώνοντας πάντα με νόημα ότι «θα έπρεπε να φτιάξουν ένα άγαλμα στον Καραγκιόζη».
Αυτός ήταν ο Ευγένιος Σπαθάρης, ο άνθρωπος που ανέλαβε το έργο να απλώσει τις περίφημες σκιές του θεάτρου του σε όλη την Ελλάδα αλλά και το εξωτερικό, από το 1942 όταν και ξεκίνησε η περιπέτειά του με τις παραστάσεις του Καραγκιόζη.
Και βέβαια έμελλε να γίνει ένας αληθινός εκφραστής της ελληνικής παράδοσης, η γνήσια φωνή του Καραγκιόζη, κάτι που θα ξεπερνιόταν μόνο από την απλόχερη ανθρωπιά και την αφτιασίδωτη απλότητά του.
Ας ακούσουμε τι έλεγε γι' αυτόν ο μεγάλος μας ποιητής Άγγελος Σικελιανός: «Η τέχνη του Σπαθάρη είναι στη βάση της λαϊκής ψυχής και ζωής και μακάριος όποιος την αντικρίζει με τη σοβαρότητα που της οφείλεται. Μέσα της δεν κατασταλάζει μόνο η λαγαρή θυμοσοφία του λαού μας μπρος στα ανάποδα τον κόσμου, αλλά σκεπάζεται και η πηγαία δύναμη πόχει μέσα του και με την οποία υπερνικά αυτά τα ανάποδα με ψυχισμό ασύγκριτο, ανεβαίνοντας απ' τα σκαλιά της θείας του εξυπνάδας ως τις κορφές του ηρωισμού».
Ο Σπαθάρης ήταν όμως πολλά περισσότερα από γνωστός καραγκιοζοπαίχτης: ζωγράφος (κατά πολλούς εφάμιλλος του Θεόφιλου), σκηνογράφος, σκηνοθέτης, μουσικός, αλλά και ταλαντούχος -όπως φάνηκε- ερασιτέχνης ηθοποιός...

Πρώτα χρόνια


Ο Ευγένιος Σπαθάρης γεννιέται στην Κηφισιά της Αττικής στις 2 Ιανουαρίου 1924, ερχόμενος από τις πρώτες στιγμές της ζωής του σε επαφή με το θέατρο σκιών και τον Καραγκιόζη. Ο πατέρας του, Σωτήρης, είναι γνωστός καραγκιοζοπαίχτης και ο έρωτας του μικρού Ευγένιου με τη λαϊκή τέχνη είναι κεραυνοβόλος.
Αρχίζει λοιπόν να μιμείται τον μπαμπά στο σπίτι, δίνοντας αυτοσχέδιες παραστάσεις στο δωμάτιό του. Ο πατέρας όμως είναι κάθετα αντίθετος και δεν αφήνει τον γιο του να πιάνει στα χέρια του τις φιγούρες. Έχει όνειρα για εκείνον, θέλει να τον κάνει αρχιτέκτονα, και ξέρει καλά ότι η περιπλανώμενη ζωή του καραγκιοζοπαίχτη μόνο εύκολη δεν είναι.

Το χέρι του μικρού Ευγένιου πιάνει όμως και πιάνει πολύ, κάτι που πείθει τον πατέρα να του επιτρέψει να τον βοηθά όπως μπορεί: ο Ευγένιος ζωγραφίζει από μικρός τις διαφημιστικές ρεκλάμες για τις υπαίθριες παραστάσεις του πατέρα του! Το πολύπλευρο ταλέντο εξάλλου του μικρού βρίσκει διέξοδο στο θέατρο σκιών, σκαρώνοντας νέες φιγούρες, εν είδει παιδικού παιχνιδιού.
Το περιστατικό που πείθει τον πατέρα πέραν αμφιβολίας για την προσήλωση του γιου στο λαϊκό θέατρο μένει θρυλικό: ο χτυπημένος από τη φυματίωση Σωτήρης δεν μπορεί να δώσει την προγραμματισμένη παράσταση και αντιμέτωπος με το ενδεχόμενο να επιστραφούν τα χρήματα στον κόσμο που είχε κόψει εισιτήριο, ο θεατρώνης παρακαλεί τον πατέρα να επιτρέψει στον 17χρονο Ευγένιο να δώσει εκείνος την παράσταση. Ο Σωτήρης, που μέχρι τότε δεν τον άφηνε ούτε πίσω από το πανί να μπει, λέει το μεγάλο «ναι»: έναν μήνα αργότερα, όταν ένιωσε καλύτερα, τρύπωσε και είδε κρυφά μια παράσταση του γιου του. Τότε του είπε: «Αυτό ήταν, τέλειωσε. Τράβα μπροστά και μη φοβάσαι!».

Είναι εξάλλου και τα χρόνια της Κατοχής και οποιεσδήποτε βλέψεις για σπουδές έπρεπε να ματαιωθούν. Ο Ευγένιος Σπαθάρης εγκαταλείπει το όνειρο της αρχιτεκτονικής και ρίχνεται με τα μούτρα στον Καραγκιόζη.
Δεν ήταν όμως άλλος ένας καραγκιοζοπαίχτης της σειράς, είχε όραμα για το θέατρο σκιών, κάτι που θα τον μετατρέψει 65 χρόνια αργότερα σε δάσκαλο της λαϊκής παράδοσης και θεματοφύλακα του θεάτρου σκιών...
Το έργο του

Ήταν το 1942 λοιπόν όταν ο Σπαθάρης άρχισε να ασχολείται επαγγελματικά με το θέατρο σκιών, παρά το γεγονός ότι η γνωριμία και εμπλοκή του με τον Καραγκιόζη είχε ξεκινήσει χρόνια νωρίτερα.
Από το 1945-1950 περιοδεύει συνεχώς στην Ελλάδα, δίνοντας παραστάσεις σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της χώρας μας. Πέρα από τους υπαίθριους μπερντέδες που στήνει σε πλατείες και πεζοδρόμια, βάζει τον Καραγκιόζη στα θέατρα και τους κινηματογράφους της Ελλάδας, δίνοντας κυριολεκτικά αμέτρητες παραστάσεις για μικρούς και μεγάλους.

Ο Καραγκιόζης του γίνεται σταθερή αναφορά σε ετήσια φεστιβάλ και διοργανώσεις (όπως, ας πούμε, στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης), την ίδια στιγμή που ο Διάκος, ο Κολοκοτρώνης και ο Κατσαντώνης μετατρέπονται στους μεγάλους πρωταγωνιστές του στα χρόνια της γερμανικής Κατοχής. Οι επικές του παραστάσεις με τα ηρωικά κατορθώματα των χαρακτήρων του θα του φέρουν βέβαια περιπέτειες: συλλαμβάνεται και οδηγείται στην Κομαντατούρ και για να τον αφήσουν ελεύθερο, τον υποχρεώνουν να δώσει δύο παραστάσεις αποκλειστικά για τα μάτια του φρούραρχου!
Ο Σπαθάρης έφτιαχνε τις φιγούρες μόνος του, σκαρώνοντάς τες από χαρτόκουτα και μπακαλόχαρτα. Πίσω από το πανί έχει έναν ή δύο βοηθούς, για να τον βοηθούν με τις φιγούρες, τον τραγουδιστή, που γνώριζε όλα τα παραδοσιακά τραγούδια της υπαίθρου, αλλά και το «τουρκάκι», τον δεύτερο τραγουδιστή δηλαδή που ήξερε τους αμανέδες και τα τούρκικα τραγούδια.

«Θα έπρεπε να φτιάξουν ένα άγαλμα του Καραγκιόζη. Όλη η Ελλάδα θεατρίστηκε μαζί του. Οι άνθρωποι με αυτόν έμαθαν να γελούν και να ονειρεύονται», λέει ο Σπαθάρης που γίνεται ολοένα και πιο γνωστός, αναγκάζοντας τους διοργανωτές των παραστάσεών του να μεγαλώνουν συνεχώς τους χώρους που θα εμφανιζόταν.
Δεν θα έπαιρνε πολύ στον Σπαθάρη να γίνει διεθνής: ήδη από τη δεκαετία του '50 η χάρη του εξαπλώνεται στο εξωτερικό, κυρίως στην Αμερική και τον Καναδά, αλλά η φήμη του έφτασε μέχρι και την Κούβα (1953)! Οι περιοδείες στο εξωτερικό γίνονται για τον ίδιο σταθερή ετήσια αναφορά, με τον Σπαθάρη να ταξιδεύει πλέον συνεχώς εντός και εκτός Ελλάδας για να φέρει τον Καραγκιόζη του στις τέσσερις γωνιές του πλανήτη. Όπως εξάλλου το ήθελε και ο ίδιος, με τα ταξίδια του γύρισε τον κόσμο δύο φορές!

Ο καραγκιοζοπαίχτης θέλει όμως τα πράγματα όπως εκείνος τα σκαρφίζεται και δεν δέχεται έξωθεν παρεμβάσεις. Μνημειώδες στιγμιότυπο στέκει εδώ η δεύτερη φορά που εμφανίστηκε στο Κρεμλίνο, όταν του έφτιαξαν ένα πανί 22 μέτρων για να παίξει! Δεν το δέχτηκε φυσικά, κάνοντας τους 5.000 Ρώσους που συνέρρευσαν στην παράστασή του να απολαύσουν τον Καραγκιόζη στο γνωστό πανί των 2,5 μέτρων.
Επόμενος σταθμός στη ζωή του το 1962, όταν ηχογραφεί όλες τις κλασικές παραστάσεις του Καραγκιόζη, και έτσι κυκλοφορούν οι πρώτοι δίσκοι του. Το 1966, όταν δημιουργείται ο Πειραματικός Σταθμός Τηλεόρασης, δεν θα μπορούσε να μην ξεκινήσει το πιλοτικό του πρόγραμμα με τον Καραγκιόζη του Σπαθάρη, ο οποίος συνεχίστηκε έως το 1992. Ποιος μπορεί εξάλλου να ξεχάσει το «Ακούσατε, ακούσατε...» της χαρακτηριστικής φωνής του λαϊκού μας βάρδου;
Ταυτοχρόνως, συνεχίζει να οργώνει Ελλάδα και εξωτερικό, ανανεώνοντας συνεχώς το ρεπερτόριό του και συγκεντρώνοντας διαρκώς νέα κοινά. Ο Καραγκιόζης αποδεικνύεται διαχρονική αγάπη για μικρούς και μεγάλους.
Πέρα από τις εφήμερες παραστάσεις, ο Σπαθάρης ενδιαφέρεται να αφήσει κληρονομιά τον Καραγκιόζη, γι' αυτό και κυκλοφορεί το 1970 μια σειρά από εικονογραφημένα τεύχη του Καραγκιόζη, ώστε να υπάρχουν και γραπτά μνημεία του λαϊκού ήρωα. Και βέβαια το 1979 εκδίδει το βιβλίο του «Ο Καραγκιόζης των Σπαθάρηδων» (εκδόσεις Νεφέλη).

Επιπλέον, στην προσπάθειά του να «ζωντανέψει» τον Καραγκιόζη, τον βγάζει από τις σκιές του μπερντέ του και τον μεταφέρει στο σανίδι, δίνοντάς του έμψυχη οντότητα σε παραστάσεις με ηθοποιούς! Γι' αυτό και λέγεται συχνά ότι ο Σπαθάρης πήγε τον Καραγκιόζη εκεί που δεν τόλμησε να τον πάει κανείς...
Άλλες δραστηριότητες

Παρά το γεγονός ότι ο Σπαθάρης είναι ταυτισμένος στη λαϊκή μας συνείδηση με τον Καραγκιόζη και το θέατρο σκιών, στην πραγματικότητα υπήρξε ένας πολυτάλαντος άνθρωπος που ασχολήθηκε με πολλά.
Αξιόλογη είναι η δράση του στο θέατρο, όπου έφτιαξε τα σκηνικά σε αμέτρητες παραστάσεις, κάποιες εκ των οποίων σκηνοθέτησε κιόλας. Αναφέρουμε ενδεικτικά: «Μέγας Αλέξανδρος» με το Ελληνικό Χορόδραμα (1950), «Το ταξίδι» του Θέμελη (1965), «Ο Καραγκιόζη Δικτάτορας» του Γιαννακόπουλου (1969), «Το μεγάλο μας τσίρκο» του Καμπανέλλη (1972), «Ο Καραγκιόζης παραλίγο Βεζύρης» του Σκούρτη, «Τα Καραγκιοζέικα» του Ρώτα κ.ά.

Και βέβαια ασχολήθηκε και με το κλασικό ρεπερτόριο, ανεβάζοντας το 1980 σε δική του διασκευή τους αριστοφανικούς «Βατράχους», δουλειά που θα κυκλοφορήσει και σε δίσκο. Η δουλειά του στο θέατρο θα συνεχιστεί μάλιστα μέχρι και το 1999, με τον Σπαθάρη να μετρά μόνο εισπρακτικές και καλλιτεχνικές επιτυχίες...
Επίσης, ο Σπαθάρης εμφανίζεται και στον ελληνικό κινηματογράφο, σε μια ερασιτεχνική υποκριτική καριέρα που ξεκινά από το 1950 και μετρά περισσότερα από 40 χρόνια ζωής! Και πάλι ενδεικτικά αναφέρουμε τα φιλμ «Πικρό Ψωμί» του Γρηγορίου (1950), «Ο εξυπνότερος άνθρωπος του κόσμου» (1950), τα κινούμενα σχέδια «Κιβωτός» (1956), «Ο Μέγας Αλέξανδρος» του Ζερβουλάκου (1960) και η «Λυσιστράτη» του ιδίου (1974), το «Τεριρέμ» του Δοξιάδη (1992), αλλά και σε πλήθος ντοκιμαντέρ που αφορούν στην Ελλάδα εμφανίστηκε ο Σπαθάρης...

Η σημαντικότερη ωστόσο συμμετοχή του εκτός θεάτρου σκιών ήταν στη μουσική και τη ζωγραφική! Η φωνή εξάλλου του Ευγένιου Σπαθάρη, ταυτισμένη με τον αγαπημένο μας λαϊκό ήρωα, αντηχεί παντού, πότε σχολιάζοντας τα καλά και τα κακά αυτού του τόπου και πότε υμνώντας την αθάνατη ελληνική ψυχή.

Και πάλι ποιος δεν θυμάται τα 3 τραγούδια που ερμήνευσε με τίτλο «Εμένα φίλε με λένε Καραγκιόζη» (σε στίχους Γκάτσου και μουσική Ξαρχάκου) ή το κομμάτι «Για την Ελλάδα ρε γαμώτο» του Στέλιου Φωτιάδη; Ο Σπαθάρης, σε κάτι που θα θυμούνται πολλοί, συνεργάστηκε πολυάριθμες φορές με τον Διονύση Σαββόπουλο, σε πάμπολλες συναυλίες του γνωστού μουσικού...
Και τέλος ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στη δεύτερη αγάπη του Σπαθάρη, τη ζωγραφική, με τον ίδιο να εκφράζεται δανειζόμενος τη μανιέρα της λαϊκής ζωγραφικής. Τα ζωγραφικά του θέματα αντλούν έμπνευση από καθημερινές σκηνές, από ιστορικά γεγονότα (κυρίως με ήρωες της Ελληνικής Επανάστασης), δημοτικά τραγούδια, την ίδια στιγμή που φιλοτέχνησε λαϊκά πορτρέτα του τόπου μας, αλλά και διάφορες άλλες σκηνές εμπνευσμένες από τον κόσμο της μυθολογίας και του παραμυθιού.
Μέχρι και παιδικά βιβλία εικονογράφησε ο Σπαθάρης, το ασίγαστο πενάκι του οποίου έφτασε μέχρι και τα ημερολόγια γνωστών εταιριών! Η ζωγραφική του καριέρα μέτρησε πάνω από 50 ατομικές εκθέσεις σε Ελλάδα και εξωτερικό, ενώ αναρίθμητες ήταν οι συμμετοχές του σε συλλογικές εκθέσεις και αφιερώματα...

Αυτός ήταν ο ακούραστος λαϊκός μας τροβαδούρος, ένας άνθρωπος που λάτρεψε τον ελληνικό πολιτισμό και θέλησε να τον φέρει στα πέρατα της οικουμένης. Και βέβαια, πέρα από τις αναρίθμητες βραβεύσεις του τόσο εντός όσο και εκτός Ελλάδας για την πολύχρονη προσφορά του στο θέατρο σκιών, που κράτησε ζωντανό σε πείσμα των χαλεπών καιρών, το μεγάλο του όραμα έγινε πράξη, βρίσκοντας για τον Καραγκιόζη του μια μόνιμη στέγη!
Στο Σπαθάρειο Μουσείο Θεάτρου Σκιών, το οποίο έφτιαξε με τη βοήθεια της συζύγου του (από το 1958) στο σπίτι του στο Μαρούσι της Αττικής το 1991, μπορεί ο επισκέπτης να θαυμάσει τη μοναδική συλλογή των φιγούρων του δασκάλου του Καραγκιόζη, μια διαρκής υπόμνηση δηλαδή στο έργο ενός μεγάλου Έλληνα, το οποίο πρόλαβε να δει με τα μάτια του πριν εγκαταλείψει τα εγκόσμια στις 9 Μαΐου 2009, σε ηλικία 85 ετών...

Κι αν πρέπει να μνημονεύσουμε το σημαντικότερό του επίτευγμα, αυτό δεν ήταν άλλο από την εξύψωση του λαϊκού θεάτρου σκιών σε ένα εξαιρετικό είδος τέχνης και τεχνικής, «διότι η παράδοση δεν είναι μόνο οι χοροί, τα τραγούδια, αλλά και το παραδοσιακό θέατρο», όπως έλεγε ο αξέχαστος Ευγένιος Σπαθάρης...
Κι έτσι ο Καραγκιόζης σταματά πλέον να μας διασκεδάζει απλώς και γίνεται η φωνή ενός λαού, με τον σημαντικότερο εμψυχωτή του να μεγαλώνει με το λευκό του σεντονάκι και τη λάμπα γενιές και γενιές Ελληνόπουλων...


ΚΑΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ....




Και του χρόνου πάλι θα ευχόμαστε για μια καλή Νέα Χρονιά, για ένα βιβλίο με άδειες 365 σελίδες,που θα καλούμαστε να τις γεμίσουμε με όμορφα πράγματα... μα η κατρακύλα που πήρε ο κόσμος μάτια μου δεν σταματά με ευχολόγια και όμορφες φωτογραφίες... αυτές είναι για μας τους αφελείς που πιστεύουμε ότι θα αλλάξουν όλα δια μαγείας ... το πιστεύουμε εδώ και χρόνια.... άλλαξε κάτι προς το καλύτερο για τον απλό τον άνθρωπο???
του χρόνου πάλι κάποιος ντυμένος αγιος Βασίλης δυστυχώς θα κοιτά ερείπια, σε κάποια γωνιά της ΓΗΣ.
Συγνώμη αν σας χαλάω το όνειρο ( Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, δεν εξαιρώ τον εαυτό μου)... αυτή όμως είναι η πραγματικότητα που δεν θέλουμε να δούμε και στρουθοκαμηλίζουμε... αν την κοιτάζαμε κατάματα ίσως κάτι να άλλαζε στις ζωές μας...
Σοφία Γαβρά.